the girl with the dragon tattoo

the girl with the dragon tattoo
Yes, I have a dragon tattoo as well

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008

Johnny Depp




«ΦΟΒΟΥ ΤΟ ΧΟΛΥΓΟΥΝΤ ΚΑΙ ΟΣΚΑΡ ΦΕΡΟΝΤΟΣ»

Τι γίνεται όταν ο σταρ που αποδεικνύεται χρυσωρυχείο, φοβάται να σηκώσει το χρυσό αγαλματάκι: «Δεν θέλω να σηκωθώ μπροστά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους και να τους ευχαριστήσω» έχει δηλώσει. «Τα κάνω πάνω μου απ’ το φόβο μου. Η υποψηφιότητα ήταν αρκετή για μένα. Με τιμά πολύ. Αλλά δεν το κάνω για τα βραβεία, απλώς αγαπώ την ηθοποιία».




Η φετινή χρονιά βρίσκει τον αδιαμφισβήτητο υπ’ αριθμόν ένα σταρ των ημερών Τζόνι Ντεπ να τιμά για ακόμη μια φορά την πιο δημιουργική και πολύχρονη συνεργασία που είχε ποτέ σε ολόκληρη την καριέρα του μέχρι σήμερα: αυτή με τον Τιμ Μπάρτον. Με το μιούζικαλ «Sweeney Todd» στις αίθουσες ήδη από τα Χριστούγεννα στις Η.Π.Α. (αναμένεται στην Ελλάδα το Φεβρουάριο), ο «Κάπτεν Σπάροου» επιστρέφει σε γνώριμα μονοπάτια με τον αγαπητό του φίλο και σκηνοθέτη του «Ψαλιδοχέρη» και του «Ακέφαλου Καβαλάρη», αφού πρώτα «λήστεψε» τα ταμεία ως πειρατής… στα νερά της Καραϊβικής (τρίτος σε εισπράξεις παγκοσμίως για το «Σεντούκι του Νεκρού» με περισσότερα από 1 δις δολλάρια)!





Ο Τζόνι Ντεπ, γεννημένος στο Κεντάκι των Η.Π.Α. στις 9 Ιουνίου 1963 βρήκε τον δρόμο για την μεγάλη οθόνη με περίεργο τρόπο. Ο νεαρός Τζον Κρίστοφερ Ντεπ (όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, το οποίο μοιράζεται σε συνωνυμία με τον πατέρα του) ήταν αρχικά προσανατολισμένος να ακολουθήσει μια καριέρα στη μουσική. Χωμένος από μικρός στα ναρκωτικά και το αλκοόλ, δεν άργησε να στραφεί στο ροκ εντ ρολ και παράτησε μάλιστα το σχολείο για να τα καταφέρει.



Η πρώτη του κιθάρα ήταν δώρο από τη μητέρα του στα 16 του χρόνια, ένα χρόνο μετά το διαζύγιο των γονιών του. Τα πρώτα του βήματα στην σκηνή τα έκανε στη Φλόριντα, όπου η οικογένειά του μετακόμισε μετά το θάνατο του αγαπημένου του παππού. Στην αρχή παίζοντας με τους “The Flame” που αργότερα μετονομάστηκαν ως “The Kids”, άνοιξαν τις τοπικές συναυλίες για ονόματα όπως οι Β-52’s, o Iggy Pop και οι Talking Heads. Παίρνοντας θάρρος από αυτές τις επιτυχίες, οι Kids άλλαξαν ξανά όνομα σε «Six Gun Method» και μετακόμισαν στο Λος Άντζελες ελπίζοντας να κλείσουν κάποιο συμβόλαιο.




Στην ηλικία των 20 ετών, ο Τζόνι Ντεπ παντρεύεται την Λόρι Άλισον, την μακιγιέζ του γκρουπ. Εργάζεται σε διάφορες ανορθόδοξες δουλειές (όπως π.χ. πωλητής στυλό μέσω τελεμάρκετιγκ) καθώς η μπάντα παλεύει να ορθοποδήσει στο τρομερά ανταγωνιστικό περιβάλλον της Δυτικής Ακτής.



Βλέποντας ότι δύσκολα θα βγάλει το ψωμί του παίζοντας garage, η Άλισον πείθει τον άντρα της να δοκιμάσει την καριέρα του ηθοποιού, συστήνοντάς τον στον Νίκολας Κέιτζ. Ο Τζόνι Ντεπ μπαίνει στο κινηματογραφικό παιχνίδι με το ντεμπούτο του στην ταινία του Wes Craven «Ο εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες» (1984) όπου υποδύεται τον φίλο της πρωταγωνίστριας και ένα από τα θύματα του Φρέντι Κρούγκερ.

Η μπάντα του Ντεπ διαλύεται λίγο μετά την πρεμιέρα της ταινίας και ο Τζόνι παρατά την πρώτη του αγάπη, τη μουσική, για να ακολουθήσει μια καριέρα στον κινηματογράφο. Ο επόμενος σοβαρός του ρόλος είναι η εμφάνισή του στην ταινία του Όλιβερ Στόουν «Πλατούν» (1986) στο μικρό ρόλο ενός αμερικανού στρατιώτη που μιλά Βιετναμέζικα ονόματι Γκέιτορ Λέρνερ. Την ίδια χρονιά παίρνει διαζύγιο από τη γυναίκα του Άλισον.




Απρόθυμος στην αρχή, ο Τζόνι Ντεπ τελικά υπογράφει συμβόλαιο με τη Φοξ το 1987 για την καινούρια της σειρά «21 Jump Street» όπου υποδύεται τον μυστικό αστυνομικό Tom Hanson. Η σειρά μεταμορφώνει τον Ντεπ από άγνωστο ηθοποιό χαντακωμένο σε δεύτερους ρόλους σε ένα δημοφιλές είδωλο της νέας γενιάς που λάμβανε 10 χιλιάδες γράμματα το μήνα! Ο Ντεπ θεωρεί ενοχλητικό και άβολο το ρόλο του ειδώλου, και νιώθει ότι η σειρά τον μετέτρεψε με το ζόρι σε προϊόν, χωρίς τους δικούς του όρους. Ο Τζόνι υπόσχεται στον εαυτό του ότι μόλις λήξει το συμβόλαιό του, θα εμφανίζεται μόνο σε ταινίες που θα ένιωθε ότι ήταν καλές για τον ίδιο.




Η αμέσως επόμενη επιλογή του Ντεπ χαρακτηρίζει και όλη του την καριέρα: είναι ο πρωταγωνιστής στον «Ψαλιδοχέρη» του Τιμ Μπάρτον, που εγκαινιάζει την προτίμησή του για ήρωες με παράδοξη, ασυνήθιστη ιδιοσυγκρασία. Η ερμηνεία του στον «Ψαλιδοχέρη» αγαπιέται από κριτικούς και κοινό, και χτίζει τα θεμέλια της καριέρας του ως σοβαρού και κάπως «σκοτεινού» ερμηνευτή που πάντα εκπλήσσει το κοινό με τις επιλογές του.

Η περίοδος αυτή σημαδεύει και την προσωπική του ζωή καθώς σχετίζεται με την συμπρωταγωνίστριά του Γουινόνα Ράιντερ την οποία ερωτεύεται σφόδρα, και με την οποία θα διατηρήσει έναν δεσμό τριών ετών που θα του αφήσει και ένα κυριολεκτικό σημάδι, το τατουάζ «Winona Forever» το οποίο αργότερα θα σβήσει εν μέρει μετατρέποντας το σε αγάπη για … το κρασί («Wino Forever»).



Ο χωρισμός του με την Γουινόνα το 1993 σηματοδοτεί για τον Τζόνι Ντεπ μια από τις πιο δημιουργικές του περιόδους, αφού τα επόμενα πέντε χρόνια θα πρωταγωνιστήσει στα: «What's Eating Gilbert Grape» μαζί με την Τζουλιέτ Λούις και τον νεαρό τότε Λεονάρντο ντι Κάπριο σε έναν συγκλονιστικό ρόλο, «Benny and Joon» με την Τζούλιαν Μουρ, όπου δανείζεται υποκριτικά από τους Μπάστερ Κήτον και Τσάρλι Τσάπλιν, «Arizona Dreaming» του Εμίρ Κουστουρίτσα δίπλα στην Φέι Ντάναγουεϊ, «Nick of Time» του Τζον Μπάνταμ με τον Κρίστοφερ Γουόκεν, και στον ‘Νεκρό’ του Τζιμ Τζάρμους. Σημαντικές επίσης την εποχή αυτή είναι οι συνεργασίες του με τον Μάρλον Μπράντο στο «Δον Χουάν Ντε Μάρκο», με τον Τιμ Μπάρτον στο «Εντ Γουντ», με τον Αλ Πατσίνο στο «Ντόνι Μπράσκο» και τέλος, το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο “the Brave” (1997) που του άφησε γλυκόπικρες αναμνήσεις καθώς χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό στις Κάννες ενώ χτυπήθηκε άσχημα τις Η.Π.Α. από τους Αμερικανούς κριτικούς με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει ευρεία διανομή.



Όσο διαρκεί η επιτυχία, ο Τζόνι Ντεπ δυστυχεί. Το ρίχνει σύμφωνα με τις φήμες για άλλη μια φορά στα ναρκωτικά και στο αλκοόλ και παράλληλα διατηρεί μια ταραχώδη σχέση με τη διάσημη στο χώρο του μόντελιγκ Κέιτ Μος που ξεκινά το 1994 και λήγει το 1998. Την ίδια χρονιά (1994) συλλαμβάνεται από την αστυνομία για καταστροφή περιουσίας στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που μένει στην Νέα Υόρκη. Δεν είναι η πρώτη του σύλληψη. Το 1989 κατηγορήθηκε για επίθεση ενάντια στην ασφάλεια του ξενοδοχείου στο Βανκούβερ του Καναδά, ενώ η βρετανική αστυνομία θα τον συλλάβει μερικά χρόνια μετά, το 1999, στο Λονδίνο, για ένα βίαιο επεισόδιο ενάντια στους παπαράτσι που είχαν στήσει ενέδρα έξω από το ξενοδοχείο του.



Το 1998 χωρίζει από την Κέιτ Μος οριστικά, και ξεκινά μια σχέση που θα αποδειχθεί η πιο σημαντική στη ζωή του, με την Γαλλίδα τραγουδίστρια Βανέσα Παραντί, με την οποία θα αποκτήσει δυο παιδιά: την Λίλυ Ρόουζ και τον Τζακ. Μετακομίζει από το Λος Άντζελες στο Παρίσι, επιθυμώντας να ζήσει πιο φυσιολογικά: «Είμαι ντροπαλός, παρανοϊκός, πείτε το όπως θέλετε. Μισώ την Δόξα. Έκανα ό,τι μπορούσα για να την αποφύγω». Την επόμενη χρονιά θα γεννηθεί η κόρη του, γεγονός που θα αλλάξει ολόκληρη τη ζωή του: «Η οικογένεια είναι το ιερό μου. Ζω γι’ αυτούς πλέον. Επιτέλους βρήκα έναν λόγο να υπάρχω στον κόσμο».

Αχώριστος με τα παιδιά και τη γυναίκα του, τους παίρνει μαζί του σε κάθε γύρισμα- όπως για παράδειγμα στις Μπαχάμες για τα γυρίσματα των «Πειρατών». Το περισσότερο διάστημα που έχει περάσει χωριστά απ’ την οικογένειά του ήταν τέσσερις βδομάδες: «Δεν το άντεχα. Με τρέλαινε. Δεν πρέπει να ζεις χωριστά από την οικογένειά σου».




Η τελευταία δεκαετία είναι για τον Τζόνι Ντεπ μια από τις πιο παραγωγικές στη ζωή του. Ξεκινά το 1998 με το καλτ δημιούργημα του Τέρι Γκίλιαμ «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας» όπου πρωταγωνιστεί ως το alter ego του φίλου του συγγραφέα Hunter S. Thompson δίπλα στον Μπενίσιο Ντελ Τόρο και συνεχίζει με την « Ένατη Πύλη» του Ρομάν Πολάνσκι, τη «Γυναίκα του Αστροναύτη» δίπλα στην Σαρλίζ Θέρον, τον «Ακέφαλο Καβαλάρη» του Τιμ Μπάρτον, και το υποψήφιο για Όσκαρ «Chocolat» του Λάσε Χάλστρομ δίπλα στην Τζουλιέτ Μπινός.




Παράλληλα με τον κινηματογράφο ο Τζόνι Ντεπ γυρνά πίσω στην πρώτη του αγάπη, την μουσική, γράφοντας μουσική για το συγκρότημά του, τους «P» (Πι), και άλλοτε συμμετέχοντας σε μουσικά βίντεο («The Great Wide Open» του Τομ Πέτι), ή σκηνοθετώντας μουσικά κλιπ για τη γυναίκα του.


Ο αντικομφορμισμός του Τζόνι Ντεπ κατέληξε στο να συμπεριλάβει στο βιογραφικό του λαμπρούς σε ιδιαιτερότητα, μικρούς και μεγάλους ρόλους. Παράδειγμα αποτελούν τα «Blow» (όπου υποδύεται τον έμπορο κοκαΐνης George Jung συνεργάτη του κακόφημου Pablo Escobar), «From Hell» (ως ντετέκτιβ που εξιχνιάζει τους φόνους που διέπραξε ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης), «Before the night falls» (στο μικρό ρόλο μιας τραβεστί που μοιράζεται τη φυλακή μαζί με τον Χαβιέ Μπάρντεμ) και στο ‘Κάποτε στο Μεξικό’ του Ρομπέρτο Ροντρίγκεζ ως o ειδικός πράκτορας Sands, όπου κλέβει την παράσταση από τον Αντόνιο Μπαντέρας.



Ο Τζόνι Ντεπ προσπάθησε να επαναλάβει τη συνεργασία του με τον Τέρι Γκίλιαμ, δυστυχώς χωρίς αποτέλεσμα, μιας και η ταινία του «The Man Who Killed Don Quixote» κατέληξε να γίνει υλικό για ντοκυμαντέρ (το «Lost in La Mancha») καθώς η παραγωγή βούλιαξε πριν καλά-καλά ξεκινήσει.

Ανάμεσα στα γυρίσματα της τριλογίας των «Πειρατών» ο Τζόνι Ντεπ εμφανίστηκε στα: «Finding Neverland» μαζί με την Κέιτ Γουίνσλετ (όπου κέρδισε την δεύτερή του υποψηφιότητα για Όσκαρ), «Μυστικό Παράθυρο» (βασισμένο σε διήγημα του Στήβεν Κινγκ) και «The Libertine». Μάγεψε τα πλήθη ως Γουίλι Γόνκα στο «οΤσάρλι και το εργοστάσιο Σοκολάτας» και σε ακόμα ένα δημιούργημα του Τιμ Μπάρτον, το «Corpse Bride».





Ο Τζόνι Ντεπ έχει κερδίσει επίσης οχτώ (!) υποψηφιότητες για Χρυσές Σφαίρες, μεταξύ των οποίων και για τον τελευταίο του ρόλο στο αναμενόμενο στην χώρα μας ‘Sweeney Todd’. Ο ρόλος του ως Κάπτεν Σπάροου με την εκπληκτική του ερμηνεία (βασισμένη στον κιθαρίστα των Ρόλινγκ Στόουνς Κηθ Ρίτσαρντς) χάρισε στον ηθοποιό την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ. Μέχρι σήμερα δεν έχει κερδίσει κανένα, κάτι που δεν τον στεναχωρεί καθόλου. Το αντίθετο μάλιστα! «Δεν θέλω να σηκωθώ μπροστά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους και να τους ευχαριστήσω» έχει δηλώσει. «Τα κάνω πάνω μου απ’ το φόβο μου. Η υποψηφιότητα ήταν αρκετή για μένα. Με τιμά πολύ. Αλλά δεν το κάνω για τα βραβεία, απλώς αγαπώ την ηθοποιία».




Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Libre τον Ιανουάριο 2008

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2007

21st Century Hellas Presents






Το μοναδικό αριστούργημα του Πρωθυπουργού της Ελλάδας
Κωνσταντίνου Καραμανλή: "για μια χούφτα ευρώπουλα"
στο ρόλο του Κλίντ Ιστγουντ ...





Για όσους δεν χόρτασαν υπερθέαμα, σε Β' προβολή,
το έργο "Γρήγορη και ΘΑΝΑΝΑΣΙΜΗ"
με τον Β. Μαγγίνα (υποψήφιο για το βραβείο ανοιχτής Παλάμης)
στο ρόλο του Dead και την υπέροχη, καταξιωμένη, με πάμπολλες υποψηφιότητες
στο ρόλο της Quick (γρήγορης) Φάνη (Πάλι) Πετραλιά.
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: Την παρουσίαση των κρατικών βραβείων Ποιότητας Θα κάνει
ο μοναδικός και ανεπανάληπτος Γρηγόρης Αρναούτογλου.
Σύντομα στις οθόνες σας...

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2007

Ο Θεός... κι η ψωλή του (μετά συγχωρήσεως)


ή πως γίνεται κανείς Υπουργός Απασχόλησης στην Ελλάδα.

Για να διορισθεί κανείς Υπουργός Απασχόλησης στην Ελλάδα πρέπει να διαθέτει τα παρακάτω προσόντα:

1) να έχει βρει απασχόληση στα τέκνα του, κατά προτίμηση σε κάποια πρώην κρατικοδίαιτη, νυν άστα-να-παν-στα-διάλα υπηρεσία, (π.χ. ΟΤΕ)
2) να παρέχει απασχόληση (χωρίς ένσημα και ασφάλιση, εννοείται, αλλιώς τι απασχόληση θα ήταν!) σε μετανάστες (π.χ. Πακιστανούς, Ιρακινούς, κλπ)
3) να μην έχει ο ίδιος κάποια απασχόληση, ουτωσώστε να βρεθεί υπό την εύνοια του Πρωθυπουργού ο οποίος θα τον συνδράμει και θα του δώσει αμέσως έναν θώκο ν' απ-asshole-ίται. Η Δικηγορία θεωρείται ότι πληροί τις προϋποθέσεις.

WANTED

--> νεκρός (από την Κυβέρνηση,ώστε να ξεφορτωθεί το κουφάρι του)
--> ζωντανός (από τα πλήθη, για να τον περιποιηθούν ανάλογα)

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ!

Όποιος παρέχει πληροφορίες για την σύλληψή του θα αμοίβεται με το χαμηλότερο εισόδημα(συμπεριλαμβανομένης της κάλυψης του ασφαλιστικού του φορέα ως επαγγελματίας καρφί- harδware και άλλα συναφή)

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2007

Jodie Foster



Μια Foster διαφορετική από τις άλλες!

Όταν έχεις βγει από την αίθουσα μετά την προβολή του “the Brave one” («Εκτός εαυτού»), αν είσαι φαν της Τζόντι Φόστερ ή του σκηνοθέτη, Νηλ Τζόρνταν, ξέρεις αυτόματα ότι πρόκειται για μια συνεργασία που θα εκτιμηθεί πολύ περισσότερο στο μέλλον απ’ ότι τολμά ν’ αντιληφθεί το κοινό σήμερα, που έχει συνηθίσει να καταπίνει τις ταινίες εκδίκησης τη μια μετά την άλλη σαν να ήταν καραμέλες.

Το «Εκτός εαυτού» είναι το εξευγενισμένο, σχεδόν ακαδημαϊκό «Old Boy» της Δύσης, χωρίς την υπερβολική βία και τα βασανιστήρια του Κορεάτη Τσάν-Γουκ Παρκ. Πιο σημαντική όμως ίσως ακόμη και από αυτή τη διαπίστωση, είναι ότι στο «Εκτός εαυτού» η Τζόντι Φόστερ φωτίζει εξ ολοκλήρου μια πλευρά της ίδιας της προσωπικότητάς της, τον θυμό, την απελπισία, το κενό και την οργή του θύματος, που κράτησε κρυμμένα για πολλά χρόνια κλειδωμένα στο χρονοντούλαπο, από τότε που στις 30 Μαρτίου 1981 ο John Hinckley Junior, ένας ψυχωτικός θαυμαστής της, αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον πρόεδρο Ronald Reagan, ισχυριζόμενος ότι το έκανε για να τραβήξει την προσοχή της ηθοποιού, μιμούμενος τον Robert De Νiro στο ρόλο του ανισόρροπου Travis Bickle και επηρεασμένος από το κλασικό πια αριστούργημα «Ο Ταξιτζής» του Μάρτιν Σκορτσέζε.


Ακολούθησε η «απόπειρα» δολοφονίας της ηθοποιού από έναν άλλο «θαυμαστή» της, τον Edward Richardson, που παρακολουθούσε τις κινήσεις της καθημερινής της ζωής στο Πανεπιστήμιο Yale, όπου φοιτούσε, και όταν συλλήφθηκε ομολόγησε πως «ήταν υπερβολικά όμορφη για να τη σκοτώσει». Μετά από αυτά τα περιστατικά η μόλις 20 ετών Τζόντι αποφασίζει να αντιμετωπίσει γενναία το ζήτημα, δημοσιεύοντας τις απόψεις και τα συναισθήματά της για το θέμα, σε ένα άρθρο στο της στο Esquire το 1982 με τίτλο “Why me?”, καθώς και με την παρουσία της σε μια συνέντευξη τύπου, και μη δεχόμενη, τούδε κι εφεξής, να αναφερθεί το θέμα ποτέ ξανά, εκτός από τη συνέντευξή της στην εκπομπή «60 λεπτά» το 1999.


Πίσω στην τελευταία της ταινία, όταν τη βλέπει κανείς στην οθόνη να τραβά την σκανδάλη, τιμωρώντας τον θύτη της, τον χαρακτήρα που στο «Εκτός εαυτού» καταστρέφει την προσωπική της ευτυχία έχοντας σκοτώσει τον άντρα που αγαπά, και να ομολογεί πως «έγινα ένας ξένος που δεν μπορώ ούτε εγώ πια να αναγνωρίσω» είναι αδύνατον να μην αναρωτηθεί κανείς από πού πηγάζει ένα συναίσθημα τόσο δυνατό που τρυπά την οθόνη. Η αλήθεια είναι, όπως και σε κάθε ρόλο που επιλέγει η Φόστερ να ερμηνεύσει, πως πηγάζει από την ίδια της τη ζωή.


Έγραφε στο Esquire το 1982, μετά την ακρόαση στο δικαστήριο για την υπόθεση του Hinckley: «τράβηξα τα λουριά από το σάκο μου, έβαλα το πιο βρώμικο τζην μου, και γύρισα πίσω στο Πανεπιστήμιο… Μερικοί από τους φίλους μου ήθελαν να σεβαστούν τον ιδιωτικό μου χώρο τη στιγμή εκείνη, κάποιοι χαμογέλασαν και προχώρησαν. Αλλά ήξερα ότι υπήρχαν δυο Τζόντι Φόστερ. Μία, μεγάλη όπως και η οθόνη, ένα όραμα της Τεχνικόλορ με ανεμίζοντα ξανθά μαλλιά και ένα χαμόγελο αυτοπεποίθησης. Ήταν η γυναίκα που όλοι έβλεπαν. Αλλά η δεύτερη Τζόντι ήταν ένα φάντασμα που μόνο εγώ ήξερα. Ήταν ένα πλάσμα σαβανωμένο με παλικαριά και εξυπνάδα και κάτω από αυτό ήταν ένα πλάσμα ανάπηρο, ένα εύθραυστο και αποξενωμένο ον».


«Επέλεξα να γίνω ηθοποιός και όχι διασημότητα» λέει η 45χρονη σήμερα Τζόντι Φόστερ, μητέρα 2 παιδιών, και αναγνωρισμένη πια σκηνοθέτης και παραγωγός εκτός των άλλων. Το μάθημα της προστασίας του ιδιωτικού της χώρου το πήρε από πολύ νωρίς και της κόστισε ακριβά. Αρνείται να αποκαλύψει οποιαδήποτε πτυχή της προσωπικής της ζωής, αρνείται ακόμη και να σχολιάσει το ονόμα του Hinckley σε συνεντεύξεις (ακόμη και αποχωρώντας από αυτές γι’ αυτό το λόγο), και κανείς δεν γνωρίζει ποιος είναι ο πατέρας των παιδιών της. Αν υπολογίσει όμως κανείς πόσα χρόνια εργάζεται ως ηθοποιός (από 3 χρονών, τότε που έκανε το πρώτο της διαφημιστικό για την Coppertone!!!) έχει ήδη συμπληρώσει πάνω από 40 χρόνια εργασίας σε έναν χώρο σκληρό, ανταγωνιστικό, και πολλές φορές αδίστακτο.


«Καλοθελητές» βρέθηκαν, και μάλιστα πολλοί- ένας από τους οποίους, ο ίδιος της ο αδελφός εν ονόματι Buddy (έχει τρία αδέλφια) που με την δημοσίευση της ανεπίσημης βιογραφίας της αδελφής του το 1997 προσπάθησε εκτός των άλλων να βγάλει την Τζόντι Φόστερ «από την ντουλάπα», δίνοντας στοιχεία για την προσωπική της ζωή και «αποκαλύπτοντας» ότι είναι «αμφιφυλόφιλη». Πιο πρόσφατα, το περιοδικό “OUT” (2004) με ένα προκλητικό εξώφυλλο, επικαλείται τους λόγους που οι αστέρες δεν παίζουν το παιχνίδι των μήντια και επαναλαμβάνει αυτό που πολλοί πιστεύουν, ότι η εικοσάχρονη φιλική σχέση της Foster με την παραγωγό Cyndey Bernard (με την οποίο μοιράζεται την κηδεμονία των δυο γιων της) είναι μια βιτρίνα και ότι διατηρούν ούτε λίγο ούτε πολύ μια ομοφυλοφιλική σχέση. Η ίδια η Jodie αρνείται να επιβεβαιώσει τις φήμες, και έχει δηλώσει ότι θα αποκαλύψει την πατρότητα των παιδιών της στα ίδια όταν θα ενηλικιωθούν.


Στο κάτω – κάτω της γραφής, ποιος νοιάζεται; Πόσοι γνωρίζουν αυτά που έχουν στ’ αλήθεια σημασία για να κρίνουν το χαρακτήρα της, για παράδειγμα ότι πάλεψε για τη μόρφωσή της και επέλεξε να πάει στο Πανεπιστήμιο για να ζήσει μια φυσιολογική ζωή αντί να καταρρεύσει από τις απαιτήσεις της διαρκούς έκθεσης στο φακό όπως άλλες μικρές «σταρ» της σειράς της, όπως π.χ. οι Ντρου Μπάριμορ και Μπρουκ Σηλντς ή ότι διέλυσε την εταιρία παραγωγής της Egg Pictures (που γύρισε μεταξύ άλλων το μικρό διαμάντι «Little Man Tate»), για να διαθέσει περισσότερο χρόνο στα παιδιά της;



Η αλήθεια είναι ότι η μικρή Τζόντι ανέλαβε από νωρίς έναν δυναμικό ρόλο στα πλαίσια της οικογένειάς της, αναγκασμένη να σταθεί στη μητέρα της που μεγάλωνε 4 παιδιά χωρίς την παρουσία του πατέρα, ο οποίος τους εγκατέλειψε πριν ακόμη γεννηθεί η Τζόντι. Η μητέρα της, Έβελυν, εργαζόταν ως βοηθός και αργότερα ως παραγωγός ταινιών και οι μνήμες της Τζόντι από τα χρόνια που πέρασε με τα τρία της αδέλφια, Buddy, Lucinda και Connie είναι μια σειρά από διαρκείς auditions, διάβασμα σεναρίων και πρόχειρα κινέζικα γεύματα από χαρτόκουτα. Τα αδέλφια της είναι υπεύθυνα και για το ψευδώνυμο Jodie (το πραγματικό της όνομα είναι Alicia Christian) το οποίο της κόλλησαν αρνούμενοι να την φωνάζουν Αλίσια.



Η μικρή Τζόντι είχε ήδη 50 εμφανίσεις στο ενεργητικό της στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, πριν καν ενηλικιωθεί…! Όταν ο Μάρτιν Σκορτσέζε την επέλεξε για το ρόλο της Άιρις, ήταν μόλις 13 ετών… χαρακτηριστικό είναι ότι η αδελφή της Connie που ήταν επτά χρόνια μεγαλύτερη ανέλαβε να αντικαταστήσει την μικρή Τζόντι στις πιο «δύσκολες» σκηνές της ταινίας.


Τρομαχτικά έξυπνη (έμαθε ήδη να διαβάζει από τα 3 της χρόνια) η Τζόντι Φόστερ έχει αποφοιτήσει με άριστα από το Lycée Français de Los Angeles, και γνωρίζει άπταιστα Γαλλικά, γι’ αυτό και ντουμπλάρει πάντα η ίδια τις ταινίες της στη Γαλλική γλώσσα. Από το Yale αποφοίτησε επίσης magna cum laude («με μεγάλο έπαινο») στην κατεύθυνση της Αγγλικής Λογοτεχνίας, από το οποίο ίδρυμα και κατέχει Διδακτορικό τίτλο επί τιμής.



Για να αναφερθεί κανείς απλώς και μόνο στην τεράστια και σημαντική φιλμογραφία της ηθοποιού, θα χρειαζόταν σελίδες… Εδώ απλώς θα υπενθυμίσουμε τους πιο σημαντικούς της ρόλους: ως Σάρα Τομπάιας στο κοινωνικό δράμα «Οι Κατηγορούμενοι» (1988) και ως Κλαρίς Στάρλινγκ στο ψυχολογικό θρίλερ «Η σιωπή των αμνών» (1991), ταινίες που της χάρισαν από ένα Όσκαρ.


Πολύ πριν τα Όσκαρ όμως να θυμίσουμε επίσης τα BAFTA που έλαβε για το «Bugsy Malone» (1976) και για τον «Ταξιτζή» καθώς και για τη «Σιωπή των Αμνών», την υποψηφιότητά της για Χρυσή Σφαίρα στο «Freaky Friday» (1977), την οποία έλαβε αργότερα για τη «Σιωπή των Αμνών», τους «Κατηγορούμενους» και την «Επαφή» καθώς και τις πολλαπλές υποψηφιότητές της για τα Saturn Awards στους ρόλους «the Little girl who lives down the lane» (1977), “Contact” (1998), “Panic Room” (2003) και “Flightplan” (2006). Επίσης να τονίσουμε ότι έλαβε το Screen Actors Guild Award για την συγκλονιστική της ερμηνεία στο ρόλο της “Nell” (1995), και την υποψηφιότητά της για Όσκαρ για την ίδια ταινία. Οι …καλές γλώσσες λένε ότι με την ερμηνεία της στο «Εκτός εαυτού», η Τζόντι Φόστερ προορίζεται για μια ακόμη υποψηφιότητα, την οποία πολύ πιθανόν και να κερδίσει, τριτώνοντας τα μέχρι τώρα δύο Όσκαρ που έχει λάβει από την Ακαδημία. Της ευχόμαστε καλή τύχη, γιατί αυτή ευνοεί (και) τους γενναίους…



Σημ.: Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Libre στις αρχές Δεκεμβρίου του 2007.
Λίγες ημέρες αργότερα η Jodie Foster παραδέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς τη σχέση της με την Cydney Bernard δημοσίως, ευχαριστώντας την σε απονομή βραβείων στο Λος Άντζελες με τις λέξεις: "(Thank you to) my beautiful Cydney who sticks with me through all the rotten and the bliss." Το ζευγάρι χώρισε το 2008.