the girl with the dragon tattoo

the girl with the dragon tattoo
Yes, I have a dragon tattoo as well

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Της γιαγιάς σου ... το τάπερ

Σήμερα είδα τον πατέρα μου. Είναι μια από τις εβδομαδιαίες αμοιβαίες επισκέψεις μας. Φάγαμε παγωτό με θέα την μαρίνα της Καλαμαριάς. Η συζήτηση γύρισε (ως συνήθως) κάποια στιγμή στη φαμίλια της μαμάς (έχουν χωρίσει 20 χρόνια πριν, το 1988 το καλοκαίρι για την ακρίβεια).

Οι περισσότεροι Έλληνες (ή άντρες γενικότερα - για να μην περιορίζομαι στα δικά μας σύνορα) έχουν μια σχέση καθαρού, ξεκάθαρου, ή υποβόσκοντος μίσους με την πεθερά τους. Μάγισσα την ανεβάζει, πουτάνα την κατεβάζει. Κάπου εκεί ("το σόι της!") έχει χάσει τον έλεγχο. Μιλάμε για εμπάθεια, όχι αστεία. Το πως ζει ακόμη η γυναίκα μετά από τόσες κατάρες που της έχει ρίξει είναι θαύμα. Του το 'πα και δεν απάντησε. Κάθε απόπειρα για χιούμορ επί του σχετικού θέματος χτυπά σε αυτιά από τσιμέντο.

Και πως να μην την μισεί;

Η γιαγιά ήταν πάντα εκείνη που έκανε το κουμάντο στην οικογένεια. Εκείνη έκανε τις πιο σκληρές και δύσκολες δουλειές. Εκείνη προγραμμάτιζε τα οικονομικά της οικογένειας. Εκείνη έφερνε βόλτα 5 παιδιά. Ο άντρας της (ο παππούς) ήταν ο φορέβερ ήσυχος, λιγομίλητος και κατά πολύ άβουλος συμπορευτής της. Του φερόταν σε κάθε περίσταση, σημαντική ή ασήμαντη, σαν να ήταν ένα μεγάλο μωρό. Τίποτε δεν έκανε σωστά αυτός ο άνθρωπος, ποτέ. Μα τίποτε...!

Μετά από χρόνια ήρθαν έτσι τα πράγματα ούτως ώστε αυτό να συμβεί και στην πραγματικότητα. Κείτεται παράλυτος στο κρεβάτι, πια, και εκείνη τον πλένει, τον ξεσκατίζει και του αλλάζει τις πάνες.

Η γιαγιά, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήτανε πάντοτε εκείνη που ήξερε πως πρέπει να γίνονται τα πράγματα. Έχει συμβουλές για το κάθε τι, ακόμη και ποιο μέγεθος κουτάλας είναι το πιο κατάλληλο για ν' ανακατέψεις ή να γυρίσεις το κάθε διαφορετικό φαγητό.

Οι πίτες της, σπανακόπιτες και κολοκυθόπιτες, είναι παροιμιώδεις στην οικογένεια. Την θυμάμαι, πριν ακόμη γίνει ο παππούς Ι.Χ., να ανοίγει φύλο με την ταχύτητα που ένας Ιταλός σεφ θα πέταγε την ζύμη για την πίτσα και θα την έπιανε στον αέρα.

Μια τέτοια γυναίκα, λίθος της μητριαρχίας, είναι αδύνατον να ανεχτεί υποδείξεις από τον οποινδήποτε. Πόσω μάλλον αν είναι γαμπρός της κι έχει την ατυχία να θέλει να κάνει κουμάντο μια από τις πολύτιμες κόρες της!

Ο πατέρας μου με την σειρά του, μεγάλωσε σε μια οικογένεια που ο παππούς έκανε κουμάντο στα πάντα, ακόμη και στην κουζίνα. Εκείνος ήξερε να αγοράζει κρεατικά ή ψάρια. Εκείνος ήξερε να τα ετοιμάζει, ήξερε το χρόνο που θα έπρεπε να μπουν στο φούρνο, και πως να τα καθαρίσει και να τα μαρινάρει. Ήξερε πως πρέπει να γυαλίζονται τα παπούτσια και πως να κολλαρίζονται οι γιακάδες. Η γυναίκα του (η γιαγιά) ήταν ανίδεη. Άχρηστη την ανέβαζε, ζώον την κατέβαζε.

Ο πατέρας μου μεγάλωσε σε μια εξολοκλήρου πατριαρχική οικογένεια. Κυρήττει και διαφεντεύει διαρκώς. Είναι φιλόσοφος, εργατοπατέρας και καλλιτέχνης, όλα μαζί. Το μούσι του λείπει και θα έμοιαζε με τον αείμνηστο της Κωνσταντινουπόλεως.

Όταν τον ακούω να μου δίνει συμβουλές για την θέση της νυναίκας στην κοινωνία γίνομαι πυρ και μανία. Αρχίζω να τρώω τις παρανυχίδες μου, κάτι που δεν το έκανα από τότε που ήμουν έξι χρονών. Βρίζω την ώρα που έκοψα το κάπνισμα, και ψάχνω απεγνωσμένα να βρω τις τσίχλες μου.

Ο πατέρας μου και η γιαγιά μου μισιούνται θανάσιμα. Αν τους αφήσεις αυτούς τους δυο μόνους τους μέσα σ' ένα δωμάτιο με ένα μαχαίρι, μέχρι να πεις "τρία", δάχτυλα θα εκτοξεύονται έξω απ' τα παράθυρα προς κάθε κατεύθυνση.

Δεν βάζω στοίχημα ποιος θα νικήσει. Αλλά επειδή τον πατέρα μου τον βάφτισαν Ιωάννη, βλέπω στην πρώτη περίπτωση το κεφάλι του επί πινάκι, σερβιρισμένο με μήλα, ενώ στην δεύτερη, την κυρα-Ειρήνη δεμένη σε μια τάβλα χειροπόδαρα, να περιμένει ν' αρχίσει ο πόλεμος - έτοιμη για τον χασάπη, ώστε να την εκτελέσουν στα έξι μέτρα.

Μετά απ' όλα αυτά πως είναι δυνατόν να βγει κανείς κανονικός άνθρωπος?

Εβίβα!

Στην υγεία του Κέρτ Κομπέιν

(ρετσίνα ον δε ροκς - γι' αυτούς που ξέρουν να νερώνουν το κρασί τους)