the girl with the dragon tattoo

the girl with the dragon tattoo
Yes, I have a dragon tattoo as well

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

Jude Law: Στο πλευρό του… νόμου


Έγραψε πάλι η art.em.is.free@gmail.com

Στα 37 του χρόνια, ο Jude Law έχει αποδείξει πια ότι δεν είναι μόνο ένα χαριτωμένο προσωπάκι της show biz, (όπως ψευδώς πίστευαν πολλοί), αλλά ένας πρωταγωνιστής με εξαιρετική θεατρική παιδεία και αναγνωρισμένο ταλέντο που επιπλέον δεν δίστασε ποτέ να πάρει ρίσκα. Την χρονιά που μας πέρασε τον είδαμε με ρωσική προφορά και φουστάνι στο ρόλο της Minx στο πειραματικό «Rage» της Sally Potter και ως αντικαταστάτη του αδικοχαμένου Heath Ledger στο «The Imaginarium of Doctor Parnassus» του Terry Gilliam. Το 2009 του πρόσφερε αφενός μεν την ευτυχία να γίνει για τέταρτη φορά πατέρας και αφετέρου δε την ευκαιρία να λάμψει στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Άμλετ, όχι μόνο στο West End του Λονδίνου αλλά και στο Broadway. Φέτος τον βλέπουμε στο ρόλο του Dr. Watson στο «Sherlock Holmes» διά χειρός Guy Ritchie ενώ αναμένουμε το επιστημονικής φαντασίας Repo Men”.

Ο David Jude Law, όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, γεννήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1972 στο Lewisham, στο νοτιοδυτικό Λονδίνο. Οι γονείς του ήταν και οι δυο δάσκαλοι στο επάγγελμα, και ενθάρρυναν τον Jude να αναπτύξει το υποκριτικό του ταλέντο από νωρίς διακρίνοντας τις καλλιτεχνικές του ικανότητες ενώ ήταν μόλις 6 ετών. Η σχέση του με το θέατρο είναι εντυπωσιακή: στα 12 του χρόνια ο Jude Law ξεκίνησε να ερμηνεύει ρόλους για το National Youth Music Theatre που έχει αναδείξει ηθοποιούς όπως ο Jamie Bell του «Billy Elliot». Ο χαρακτηριστικός πρωταγωνιστικός ρόλος του Law στο "Joseph and the Amazing Technicolor Dreamcoat" τον οδήγησε στην τηλεοπτική εμφάνιση ως stableboy στο "The Tailor of Gloucester" (1990). Τον ίδιο χρόνο, παράτησε το σχολείο για να παίζει στην βρετανική σαπουνόπερα "Families.”

Επέστρεψε στο θέατρο περίπου ένα χρόνο μετά, για να πάρει μέρος σε μια τουρνέ στην Ιταλία ως Freddie στον «Πυγμαλίωνα» του Bernard Shaw και για να κερδίσει το κοινό στο Λονδίνο στην παράσταση του "The Fastest Clock in the Universe.” Το 1994 εντυπωσίασε τους θεατρόφιλους στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, στην παράσταση "Les Parents Terribles σε έναν ρόλο που απαιτούσε γυμνό επί σκηνής. Ήταν ο μόνος ηθοποιός από το συγκεκριμένο cast που αργότερα προσκλήθηκε να αναλάβει ξανά τον ρόλο στο Broadway (στη version «Indiscretions» δίπλα στην Kathleen Turner), και κέρδισε μια υποψηφιότητα για Tony για την προσπάθειά του. "Face it, I didn't become famous until I took my clothes off" είπε στο περιοδικό «People» το 2001 αναφερόμενος στο θεατρικό του Jean Cocteau.

Η καριέρα του στον κινηματογράφο ξεκίνησε το 1994, με το μικρού μήκους “The Crane” (1994) του Phil OShea και στη συνέχεια ως νεαρός κλέφτης αυτοκινήτων στο "Shopping" (1994). Το 1996 εμφανίστηκε στο “I love you, I love you not” (1996) του Billy Hopkins δίπλα στις Claire Danes και Jeanne Moreau. Το κοινό αρχίζει να προσέχει τον Jude Law το 1997, όταν εμφανίζεται ούτε λίγο ούτε πολύ σε τέσσερις παραγωγές. Στην κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού Bent (με ένα ιδιαίτερο cast που περιλάμβανε τους Clive Owen και Ian McKellen), στο εξαιρετικό βιογραφικό φιλμ Wilde πλάι στον Stephen Fry (ο οποίος παρέδωσε έναν αξέχαστο Oscar Wilde), στο Gattaca μαζί με την Uma Thurman και τον Ethan Hawke ως ιδιοφυής παραπληγικός που πουλά το DNA του και τέλος στο «Midnight in the Garden of Good and Evil» του Clint Eastwood. Απίθανος στο ρόλο του κακομαθημένου Lord Alfred Douglas (“Bosie”), που η σχέση του με τον Oscar Wilde κόστισε στον τελευταίο τον διασυρμό του και την φυλάκισή του, o Jude Law ήταν επίσης αξέχαστος στο «Gattaca», και σε κάθε περίπτωση, ξέσπασε με δείγματα υπέροχης ενέργειας και ένα αξιοσημείωτο χάρισμα στην οθόνη, αλλά κάθε ταινία απέτυχε να βρει την δέουσα υποστήριξη από το ευρύ ακροατήριο.

Χρειάστηκε να περάσουν δυο χρόνια ακόμη, και μια σειρά από πέντε ακόμη ταινίες για να δούμε τον Jude Law να κατακτά πραγματικά τη διασημότητα. Στο "Music From Another Room” (1998) παίζει τον καλλιτέχνη που ξανα-ανακαλύπτει την αγάπη της ζωής του 25 χρόνια μετά τη γέννησή της, στο "The Wisdom of Crocodiles" (1998) το αρπακτικό βρικολακοειδές θηρίο και στο «Final Cut» (1998) τον κινηματογραφιστή που πεθαίνει και αφήνει πίσω του μια ταινία-ντοκουμέντο που ξεμπροστιάζει τη ζωή καθενός από τους φίλους του. Ούτε το Presence of Mind” (1999) με την Lauren Bacall και τον Harvey Keitel ή το "eXistenZ" (1999) του David Cronenberg έφεραν τον Jude Law στην θέση που του άξιζε.

Ήταν τελικά στην ταινία του Anthony Minghella "The Talented Mr. Ripley” (1999) που αναδεικνύεται πλήρως το ταλέντο του. Ως playboy στο ρόλο του Dickie Greenleaf και αντικείμενο πόθου και φθόνου ταυτόχρονα για τον Tom Ripley (Matt Damon), ο Jude Law είναι ακαταμάχητος και σφίζει από αυτοπεποίθηση, ερωτισμό και αδρεναλίνη παρόλη την φιλήδονη φύση του, την ματαιοδοξία και την εκμετάλλευση που βρίσκεται στο αίμα του χαρακτήρα του. Υποδυόμενος τον Greenleaf σε έναν ρόλο που του ταίριαξε σαν γάντι o Jude Law κατάφερε να κατακτήσει κοινό, κριτικούς, και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου που τον ανέβασε ακόμη μια θέση ψηλότερα στο πάνθεον του Hollywood, από ικανό ηθοποιό σε σταθερή αξία του star system.

Αν και αυτό το break-through που του χάρισε και ένα βραβείο BAFTA σήμανε την αρχή μιας πολλά υποσχόμενης καριέρας, ο Jude Law δεν βιάστηκε καθόλου να σκαρφαλώσει σε ρόλους σταρ και να εξαργυρώσει την επιταγή. Πρωταγωνίστησε στο «Love, Honour and Obey» (2000) των Dominic Anciano και Ray Burdis για πέμπτη φορά δίπλα στη γυναίκα του Sadie Frost (πρωτοεμφανίστηκαν μαζί στο “Shopping”), γύρισε στο Λονδίνο για να παίξει στην θεατρική παράσταση του «Tis Pity She's a Whore», και σκηνοθέτησε ένα μέρος του τηλεοπτικού "Tube Tales" (1999). Τέλος, την ίδια χρονιά ίδρυσε την εταιρία παραγωγής Natural Nylon Entairtainment μαζί με την σύζυγό του Sadie και τους φίλους Johnny Lee Miller, Εwan McGregor και Sean Pertwee- μια εταιρία που είναι μεταξύ άλλων υπεύθυνη για τις ταινίες «Nora» (2000) και «Sky Captain and the World of Tomorrow» (2004).

Από δω και πέρα ο Jude Law χτίζει μια καριέρα βασισμένη στην ποικιλομορφία και τα δημιουργικά ρίσκα και γίνεται εκτός από πολυπόθητο είδωλο, και ένα πολυπόθητο ταλέντο. Όπως ήταν αναμενόμενο, το Hollywood του χτύπησε την πόρτα το 2001, αυτή τη φορά για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του αινιγματικού εκτελεστή ονόματι Vassili Zaitsev στο "Enemy at the Gates" του Jean-Jacques Annaud με τον Ed Harris. Την ίδια χρονιά συμμετέχει στο πολλά υποσχόμενο project του Steven Spielberg «Artificial Intelligence» στο ρόλο ενός ρομπότ-ζιγκολό (!) δίπλα στον Haley Joel Osment. Αγνώριστος σε δεύτερο ρόλο ως γερασμένος φωτογράφος και δολοφόνος απέναντι στον Tom Hanks στο "Road to Perdition” (2002), επιστρέφει σε πρωταγωνιστικό ρόλο στο "Cold Mountain" απέναντι στην Nicole Kidman και την Renee Zellweger, πάλι σε σκηνοθεσία Anthony Minghella, ως λιποτάκτης του στρατού των Νοτίων που αντιμετωπίζει μια Οδύσσεια από απίστευτες δυσκολίες μέχρι να καταφέρει να γυρίσει στη γυναίκα του. Η μεταφορά του βιβλίου του Charles Frazer του χαρίζει ακόμη μια υποψηφιότητα Όσκαρ, αυτή τη φορά στην κατηγορία του Α’ Ανδρικού Ρόλου. Η άνοδός του στο σταρ σύστεμ έρχεται μαζί με το τίμημα της έκθεσης στα μήντια, καθώς η προσωπική του ζωή βρίσκεται στο στόχαστρο και η βαθμιαία διάλυση του γάμου του με την Sadie Frost αναλύεται μέχρι την τελευταία βρώμικη λεπτομέρεια.

Έχοντας φορτσάρει πλέον στην καριέρα του, ο Jude Law συμμετέχει το 2004 συνολικά σε πέντε ταινίες! Η επόμενη περιπέτειά του στην οθόνη ήταν το ρετρό "Sky Captain and the World of Tomorrow" (2004), μια περιπέτεια στην οποία υποδύεται τον θαραλλέο αεροπόρο που μάχεται γιγάντια ρομπότ και ψάχνει για χαμένους επιστήμονες σε μια Art Deco Νέα Υόρκη, απέναντι στην Gwyneth Paltrow και την Angelina Jolie. Μετά ήρθε το "I [Heart] Huckabees" του David O. Russell, μια «υπαρξιακή» κωμωδία, όπου εμφανίζεται ως αντίπαλος του Jason Schwartzman, ένα ανώτερο διοικητικό στέλεχος που σκαρφαλώνει στην ιεραρχία της εταιρικής αλυσίδας των πολυκαταστημάτων Huckabees, η υποτιθέμενη τέλεια ζωή του οποίου γίνεται πεδίο ερευνών δυο ντετέκτιβ.

Στη συνέχεια ο Jude Law επιδίδεται στην ερμηνεία του «Alfie» στην ομώνυμη ταινία του Charles Shyer, μια πιο εύπεπτη version της ζωής ενός κατ’ επίφασιν απατεώνα τον οποίο ερμήνευσε για πρώτη φορά στην μεγάλη οθόνη το 1966 ο Michael Cane σε σκηνοθεσία Lewis Gilbert. Στο set της ταινίας ο Jude Law συναντά την πρώτη σημαντική του σχέση μετά το διαζύγιό του, την νεαρή ανερχόμενη Sienna Miller. Η θυελλώδης σχέση τους θα κάνει εκείνη τελικά σταρ και τον ίδιο να μοιάζει ατυχώς με τον "Alfie", τον αθεράπευτο γυναικοκατακτητή, στα κουτσομπολιά των μήντια.

Ο Jude Law εμφανίστηκε έπειτα στο δράμα του Mike Nichols "Closer" δίπλα στους Julia Roberts, Natalie Portman και Clive Owen, ως μέρος ενός ζευγαριού που η σχέση του συνυφαίνεται δυστυχώς με έναν καταστρεπτικό τρόπο με ένα ακόμη ζευγάρι. Η χρονιά έκλεισε με τον Jude Law σε έναν ρόλο – cameo ως Errol Flynn στο βιογραφικό έπος του Martin Scorsese "The Aviator" και με την αφήγηση του σκοτεινού αριστουργήματος "Lemony Snicket's Unfortunate Series of Events" για μικρά και μεγάλα παιδιά, όπου χάρισε την φωνή του στον Snicket.

To 2005 κάνει ένα διάλειμμα από τις κινηματογραφικές οθόνες ενώ γυρίζει το All the Kings Men” (2006) του Steven Zaillian. Ήταν μια κακή χρονιά για τον Jude Law από την άποψη της δημοσιότητας. Δυστυχώς βρίσκεται στην θέση του απολογούμενου για την παράλληλη σχέση που σύναψε με την νταντά των παιδιών του, κατά τη διάρκεια της σχέσης του με την Sienna Miller. Ο κίτρινος τύπος και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού γιορτάζει με την τροφή που του δίνεται και το ζευγάρι διαλύεται αργότερα παρά τις προσπάθειες για εξομάλυνση. Τα ίδια και επί της οθόνης: η μεταφορά του βραβευμένου έργου του Robert Penn Warren και το πολλά υποσχόμενο cast που περιλάμβανε τους Sean Penn, Kate Winslet, Anthony Hopkins, Patricia Clarkson και James Gandolfini δεν κατάφερε να δώσει την αναμενόμενη πνοή στο κινηματογραφικό remake. Η ταινία “All the Kings Men” τελικά απογοήτευσε και υποκριτικά και σεναριακά.

Ο Law επέστρεψε στην συνεργασία του με τον Anthony Minghella για το Breaking and Entering” (2006), όπου παίζει έναν από τους συνεργάτες μιας ακμάζουσας αρχιτεκτονικής επιχείρησης, ο οποίος ξεκινά μια αναζήτηση του εαυτού του και, τελικά, λυτρώνεται όταν κυνηγά τον διαρρήκτη που λήστεψε - όχι μία, αλλά δύο φορές - το γραφείο του και έκλεψε όλον τον υψηλής τεχνολογίας εξοπλισμό της εταιρίας του. Στην συνέχεια είδαμε τον Law σε κάτι πιο ανάλαφρο, την ρομαντική κομεντί The Holiday” (2006), η πλοκή της οποίας περιστρέφεται γύρω από την ανταλλαγή τόπου διαμονής μεταξύ των δυο γυναικών που πρωταγωνιστούν: η Βρετανή Iris Simpkins (Kate Winslet) και η Αμερικανή Amanda Woods (Cameron Diaz) αποφασίζουν να ξεφύγουν για λίγο από τις μίζερες ζωές τους και χαρίζουν η μια το σπίτι της στην άλλη αμοιβαία για τη διάρκεια των Χριστουγεννιάτικων διακοπών- χαρίζοντας χωρίς να το περιμένουν και μοναδικές ευκαιρίες στην αγάπη.

Μια πιο θερμή ερμηνεία περιμένει το κοινό στο υπέροχο film του Wong Kar Wai «My blueberry nights» (2007) όπου ο Jude Law υποδύεται τον σοφό ιδιοκτήτη ενός ζαχαροπλαστείου. Την ίδια χρονιά τον βλέπουμε στην ενδιαφέρουσα μεταφορά του θεατρικού του Antony Shaffer Sleuth” (2007) σε σκηνοθεσία Kenneth Brannah, αυτή τη φορά δίπλα στον Michael Cane και όχι ως αντικαταστάτης του. Η ταινία επισκιάζεται από την προηγούμενη, πιο επιτυχημένη μεταφορά της από τον Joseph L. Mankiewicz το 1972 με τον Laurence Olivier στο ρόλο του Andrew Wyke και τον Michael Cane στο ρόλο του Milo Tindle.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Libre (Φεβρουάριος 2010).