<< Ο φίλος -μανάβης στο κέντρο- έλαβε μια μέρα, στο ταχυδρομικό του κουτί μια πιστωτική κάρτα από την τράπεζα που είχε λογαριασμό (τη γνωστή που σας έχει σπάσει τα νεύρα, τόσα μεσημέρια).
Ιδεολόγος και κομμάτι φοβικός εναντίον των πιστωτικών, τηλεφωνεί εκνευρισμένος στον ... διευθυντή της τράπεζας στη Θεσσαλονίκη.
-Σας ζήτησα εγώ κάρτα, γιατί μου τη στείλατε χωρίς να με ρωτήσετε;
- Εντάξει κύριε, δεν είναι υποχρεωτικό να την κρατήσετε. Αν δεν τη θέλετε ελάτε να την ακυρώσουμε, αλλοιώς θα σας χρεώνεται ετήσια συνδρομή.
Πράγματι, την άλλη μέρα πηγαίνει στην τράπεζα για να ακυρώσει την πιστωτική κάρτα. Αλλά όχι μόνος. Είχε μαζί του κι ένα μεγάλο τσουβάλι πατάτες! Πάνω από 20 κιλά! Μπαίνει μέσα, ακυρώνει την κάρτα και κατόπιν πηγαίνει στον διευθυντή. Του αφήνει τις πατάτες, πάνω στο γραφείο και του λέει: << Δεν είναι υποχρεωτικό να τις κρατήσετε. Αν δεν τις θέλετε φέρτε τις πίσω στο μανάβικο, αλλιώς θα πρέπει να τις πληρώσετε >>.
[το παραπάνω έφτασε σε μενα με chain email και θεώρησα καλό να κάνω ένα post για χάρη του...Είναι απόσπασμα του φύλλου 692 της ημερήσιας καθημερινής εφημερίδας "Σήμερα" της Θεσσαλονίκης από το "Πλατεία Αριστοτέλους".
Μπράβο στο μανάβη, ο τύπος δεν παίζεται!!!!! Έτσι, έτσι!!!]
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008
Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008
Ο καθένας με το βιολί του κι αυτός με το ελικόπτερό του...

Της Δρ. Νατάσας (M.Sc., PhD, k.t.l. k.t.l.)
(Σχολιάζουμε το γεγονός του μήνα που πέρασε με τον πρωταγωνιστή του Πάτερ Εφραίμ)
Μαύρισε το μάτι μου πρωί - πρωί. Με βρήκε απροετοίμαστη. Ήρθε σαν σίφουνας και γέμισε το χώρο μούσια, μαλλιά και ράσα- όλα ανεξαιρέτως, ανέμιζαν στο γλυκό Σεπτεμβριάτικο αεράκι. Μόλις είχα πιει τον πρώτο μου καφέ και το ένα απ’ τα δυο μάτια δεν είχε ανοίξει ακόμη (χρειάζομαι πάντα και δεύτερο καφέ για το λόγο αυτό).
«Καλημέρα σας» μου είπε βιαστικά. «Εσείς είστε η ειδικός;»… «Πάτερ» του είπα. «Καλημέρα και σε σας. Με συγχωρείτε αλλά δεν έχετε ραντεβού». «Κι εσείς δεν έχετε γραμματέα» μου πέταξε ετοιμόλογα, και τραβώντας τα ράσα του, σωριάστηκε στον καναπέ με την άνεσή του. «Έχω…Απλά δεν έχει έρθει ακόμη» του είπα χαμογελώντας γλυκά… Ήμουν σίγουρη ότι σήμερα θα χρειαζόμουν και τρίτο καφέ για το τρίτο μου μάτι. Χωρίς το Βούδα δεν θα τα έβγαζα πέρα.
«Λοιπόν» πήρε την πρωτοβουλία «σίγουρα θ’ αναρωτιέστε τι θέλω εδώ» [φυσικά δεν περίμενε κάποια κατάφαση και όρμισε απευθείας στις εξηγήσεις] «ε ,λοιπόν με στέλνει ο Πατριάρχης- είναι ο πνευματικός μου (ως είθισται στην ιεραρχία της Ιεραρχίας) και με κάλεσε μετά τα τελευταία γεγονότα, που αφορούν την Μονή για να με συμβουλέψει. Για την Μονή. Ξέρετε.». Μάλιστα… πρόλαβα να πω από μέσα μου όσο έπαιρνε μιαν ανάσα και προτού συνεχίσει ακάθεκτος. «Δυστυχώς ο Παναγιότατος δεν μπόρεσε να με βοηθήσει, όπως θα ήθελε. ‘Ο Θεός σηκώνει τα χέρια ψηλά – μου είπε. Τον λόγο τώρα έχει η Επιστήμη’. Κι έτσι ήρθα σε σας να με συμβουλέψετε. Έμαθα ότι είστε η καλύτερη στον τομέα σας.»
«Ομολογώ πως έχω μπερδευτεί» του απαντώ, προσπαθώντας να μη γελάσω με την εικόνα του Θεού που σηκώνει τα χέρια ψηλά μπροστά στον Ηγούμενο. «Έχω την εντύπωση ότι ως Ηγούμενος της συγκεκριμένης Μονής χρειάζεστε μάλλον νομική βοήθεια… όχι πνευματική- ή έστω… ψυχολογική». «Μάλλον τότε δεν αντιλαμβάνεσθε το μέγεθος της ψυχολογικής πίεσης που υπέστην λόγω της κακοήθειας του Ελληνικού Κράτους, το οποίο εσκεμμένα θέλει τούτη τη στιγμή να βάλει χέρι στην εκκλησιαστική περιουσία, που είναι Δώρο Θεού- για να καλύψει τα δικά του κακώς κείμενα, και τις βαράθρους των οικονομικών του δυσχερειών» είπε με αξιοθαύμαστη ευγλωττία. «Μάλιστα» είπα τώρα φωναχτά «τώρα μόλις λύσατε άλλη μιαν απορία μου. Βλέπετε είχα δυσκολευτεί να δεχτώ την δήλωση ότι γλιτώνετε χρόνο για να προσεύχεσθε μετακινούμενος με ελικόπτερο… Πώς να σας το πω… μου φάνηκε κάπως… αφύσικη. Τώρα το νόημα είναι ξεκάθαρο. Είπατε αυτές τις λέξεις κάτω από ψυχολογική πίεση. Αλλιώς δεν θα το λέγατε».
Με κοίταξε προσπαθώντας να καταλάβει αν τον δουλεύω ή όχι. Ήμουν τόσο σοβαρή ξεστομίζοντας αυτές τις λέξεις, σαν παίχτης του πόκερ μπροστά στην μπάνκα πριν το τελευταίο στοίχημα. Κατέληξε πως εννοούσα ό,τι έλεγα. «Πρέπει να σας ομολογήσω» είπε με επιφύλαξη «πως για τον ίδιο λόγο με κάλεσε και ο Πατριάρχης. Γι’ αυτήν την δήλωση συγκεκριμένα, μου έκανε ολόκληρη σκηνή. ‘Δεν είναι δυνατόν’, μου είπε ‘να επιδεικνύουμε τόση εξόφθαλμη αλαζονεία μπροστά στα μάτια του Λαού μας και να περιμένουμε ότι θα παραμείνουμε ατιμώρητοι’». Για κάποιον περίεργο λόγο άρχισε να μου αρέσει αυτός ο Πατριάρχης.
«Και τι του απαντήσατε;» ρώτησα με γνήσιο ενδιαφέρον. «Του απάντησα με πάσα λογική και εγκράτεια. ‘Τι είναι μια μικρή, γήινη Λίμνη, μπροστά στον Ωκεανό του πνευματικού μόχθου; Ό,τι και μια γαβάθα μπροστά σε μια κατσαρόλα. Ο πεινασμένος πρέπει να φάει και τα ελικόπτερα φτιάχτηκαν για να πετούν. Αυτοί που θα εισέλθουν στον Παράδεισο ξέρουν πως τα γήινα μέτρα είναι πολύ μικρά για να κριθούν σύμφωνα με αυτά, και φροντίζουν να τρέφουν το Πνεύμα τους με την Προσευχή σε κάθε ευκαιρία. Ακόμη κι αν για να το κατορθώσουν, ίπτανται των θνητών για λίγα μέτρα πάνω απ’ το έδαφος’».
Ορκίζομαι πως το σαγόνι μου έπεσε στο έδαφος. Το μάζεψα με ό,τι δυνάμεις είχα πρόχειρες και σηκώθηκα. Με μιμήθηκε από ευγένεια μετά από μερικά δευτερόλεπτα, όταν έγινε φανερό ότι δεν θα ξανακαθόμουν. «Άγιε Πατέρα…» του είπα χαμογελώντας και τον συνόδευσα προς την πόρτα. «Η Επιστήμη στην περίπτωσή σας σηκώνει τα χέρια ψηλά!». «Γιατί;» με ρώτησε εμβρόντητος. «Για να της περάσουν Ζουρλομανδύα» είπα για να τον ξαποστείλω και κλείδωσα την πόρτα πίσω μου δυο φορές. Για καλό και για κακό άφησα το κλειδί πάνω στην κλειδαριά στην περίπτωση που ήταν ικανό το Πνεύμα του να μπει από την κλειδαρότρυπα!
ΣΗΜ.: Η στήλη "Στο Ντιβάνι" δημοσιεύεται κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον Νοέμβριο, στο περιοδικό Libre της Θεσσαλονίκης. Γράφει η υποφαινόμενη...!
Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008
Αγάπα με αν Ντολμάς! (part II*)
Την ίδια στιγμή που τα ντολμοϊστορικά αυτά γεγονότα λάμβαναν χώρο στο Πιάτο, σε μια μικρή γωνιά του, στη μεσογειακή Ντολμάδα, όπου οι κύριοι Ντολμάδες δεν πήγαιναν πουθενά χωρίς το ντολμοκίνητό τους, οι κυρίες Ντολμίνες κάπνιζαν περισσότερο από όλες τις άλλες σε ολόκληρο το Γαλαξία του Αυγολέμονου και όλα τα Ντολμαδάκια είχαν κινητό ντολμόφωνο, ο θρύλος του Ντολμέν των Δασών έμελε ν' αναβιώσει θριαμβευτικά.
Λίγο που οι συνταξιούχοι Ντολμάδες δεν είχανε δεύτερο φύλλο να τυλιχτούνε, λίγο που η κάθε κυρα-Ντολμίνα, κάθε φορά που έτρεχε στη Λαϊκή Ντολμαγορά, έβλεπε την τιμή του γιαουρτιού να εκτινάσσεται στα ύψη, και ο μέσος Ντολμάς δούλευε απ' το άχνισμα μέχρι τη βράση και ρύζι δεν έβαζε στην άκρη, ο λαός της Ντολμάδας ήτανε φοβέρά δυσαρεστημένος με τη Ντολμονομία του.
Σε μια συνοικία της πρωτεύουσας της Ντολμάδας, οι αναρχοντολμάδες συνέχιζαν να πιστεύουν πως όλα τα ρύζια είναι ίσα, ανεξάρτητα αν γεννήθηκαν λευκά, κίτρινα ή Καρολίνα, και πως κατά συνέπεια όλοι οι ντολμάδες γεννιούνται ελεύθεροι. Δεν έκαναν διακρίσεις ανάμεσα στους Ντολμάδες που ήτανε λίγο πιο αρωματικοί, λάτρευαν το Μπασμάτι και τους Ντολμάδες του ίδιου φύλλου, και είχαν το κοτσάνι για θεό - σε αντίθεση με τους βαρβάτους Ντολμαδάρες που δεν ήθελαν ν' ακούν λέξη για αυτούς τους ντολμοφυλλόφιλους. Τέλος, οι αναρχοντολμάδες δεν αναγνώριζαν την εξ-ουσία του Σεφ και καμία άλλη ουσία με το "Χ" μπροστά-εκτός ίσως από κάποια παράνομη που κυκλοφορούσε και σε χάπι αλλά για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζουμε την έλεγαν συνθηματικά "κουμπί"...
Εν ολίγοις, οι αναρχοντολμάδες γούσταραν τη φύση, το ροκ και το χασίσι και δεν γούσταραν κανέναν Ντολμά πάνω απ' το κοτσάνι τους- ειδικά κανέναν Αρχιντολμά.
Γι' αυτό, μια παρέα από δαύτους μια μέρα μεσημέρι έκανε έφοδο στο Carrefour- Ντολμόπουλο και σήκωσαν με το έτσι θέλω λεμόνια, γιαούρτια και μαγιονέζες και χωρίς να πληρώσουν ούτε ένα σπυρί ρύζι, άρχισαν να τα μοιράζουν αριστερά και δεξιά όπου έβρισκαν Ντολμάδες και Ντολμίνες χωρίς φύλλο στη μοίρα τους.
Βούιξε ολόκληρο το Πιάτο κι όλοι αναφώνησαν με ένα στόμα,ένα ζουμί: "γύρισε ο Ντολμέν των Δασών"! Η αλήθεια όμως ήταν κάπως διαφορετική. Γίνεται Ντολμέν χωρίς την Ντολμιάνα του; Και χωρίς ούτε ένα δέντρο στο Δάσος, πως θ' ανέβαινε η Ντολμιάνα ψηλά, για να φωνάξει στον αγαπημένο της Ντολμέν "Αγάπα με αν Ντολμάς" κι αυτός να αναριχηθεί σαν αίλουρος από κλαδί σε κλαδί για να την κλείσει στην φοβερή και ντολμερή αγκαλιά του;
Αυτές και άλλες εύλογες απορίες του κοινού δεν μπορούν ν' απαντηθούν απ' αυτή την ιστορία. Το σίγουρο είναι πως όποιος κάθεται και βλέπει τον Ντολμά... χάνει το Δάσος!
*τα πνευματικά δικαιώματα για τον τίτλο καθώς και τους "αναρχοντολμάδες" ανήκουν στη Σακαφιόρα
Λίγο που οι συνταξιούχοι Ντολμάδες δεν είχανε δεύτερο φύλλο να τυλιχτούνε, λίγο που η κάθε κυρα-Ντολμίνα, κάθε φορά που έτρεχε στη Λαϊκή Ντολμαγορά, έβλεπε την τιμή του γιαουρτιού να εκτινάσσεται στα ύψη, και ο μέσος Ντολμάς δούλευε απ' το άχνισμα μέχρι τη βράση και ρύζι δεν έβαζε στην άκρη, ο λαός της Ντολμάδας ήτανε φοβέρά δυσαρεστημένος με τη Ντολμονομία του.
Σε μια συνοικία της πρωτεύουσας της Ντολμάδας, οι αναρχοντολμάδες συνέχιζαν να πιστεύουν πως όλα τα ρύζια είναι ίσα, ανεξάρτητα αν γεννήθηκαν λευκά, κίτρινα ή Καρολίνα, και πως κατά συνέπεια όλοι οι ντολμάδες γεννιούνται ελεύθεροι. Δεν έκαναν διακρίσεις ανάμεσα στους Ντολμάδες που ήτανε λίγο πιο αρωματικοί, λάτρευαν το Μπασμάτι και τους Ντολμάδες του ίδιου φύλλου, και είχαν το κοτσάνι για θεό - σε αντίθεση με τους βαρβάτους Ντολμαδάρες που δεν ήθελαν ν' ακούν λέξη για αυτούς τους ντολμοφυλλόφιλους. Τέλος, οι αναρχοντολμάδες δεν αναγνώριζαν την εξ-ουσία του Σεφ και καμία άλλη ουσία με το "Χ" μπροστά-εκτός ίσως από κάποια παράνομη που κυκλοφορούσε και σε χάπι αλλά για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζουμε την έλεγαν συνθηματικά "κουμπί"...
Εν ολίγοις, οι αναρχοντολμάδες γούσταραν τη φύση, το ροκ και το χασίσι και δεν γούσταραν κανέναν Ντολμά πάνω απ' το κοτσάνι τους- ειδικά κανέναν Αρχιντολμά.
Γι' αυτό, μια παρέα από δαύτους μια μέρα μεσημέρι έκανε έφοδο στο Carrefour- Ντολμόπουλο και σήκωσαν με το έτσι θέλω λεμόνια, γιαούρτια και μαγιονέζες και χωρίς να πληρώσουν ούτε ένα σπυρί ρύζι, άρχισαν να τα μοιράζουν αριστερά και δεξιά όπου έβρισκαν Ντολμάδες και Ντολμίνες χωρίς φύλλο στη μοίρα τους.
Βούιξε ολόκληρο το Πιάτο κι όλοι αναφώνησαν με ένα στόμα,ένα ζουμί: "γύρισε ο Ντολμέν των Δασών"! Η αλήθεια όμως ήταν κάπως διαφορετική. Γίνεται Ντολμέν χωρίς την Ντολμιάνα του; Και χωρίς ούτε ένα δέντρο στο Δάσος, πως θ' ανέβαινε η Ντολμιάνα ψηλά, για να φωνάξει στον αγαπημένο της Ντολμέν "Αγάπα με αν Ντολμάς" κι αυτός να αναριχηθεί σαν αίλουρος από κλαδί σε κλαδί για να την κλείσει στην φοβερή και ντολμερή αγκαλιά του;
Αυτές και άλλες εύλογες απορίες του κοινού δεν μπορούν ν' απαντηθούν απ' αυτή την ιστορία. Το σίγουρο είναι πως όποιος κάθεται και βλέπει τον Ντολμά... χάνει το Δάσος!
*τα πνευματικά δικαιώματα για τον τίτλο καθώς και τους "αναρχοντολμάδες" ανήκουν στη Σακαφιόρα
Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008
Αγάπα με αν Ντολμάς! (part I) *
Μια φορά κι έναν καιρό, στο Μακρυνό Πιάτο του Γαλαξία του Αυγολέμονου, 2000 (περίπου) βράσεις μετά Χριστόν, τα Ηνωμένα Κληματόφυλλα της Αμερικής κάνανε το κουμάντο. Πίστευαν στην ελεύθερη διακίνση του ρυζιού, ξόδευαν αφειδώς το κρεμμύδι και το μαϊντανό και θεωρούσαν τη χώρα τους "Χώρα αυτών που Ντολμάν".
Η λαιμαργία των Ντολμάδων Αμερικής ήταν τόσο μεγάλη, που είχαν τυλίξει τον κιμά όλο, έλεγχαν τη ροή του ελαιόλαδου και μάλιστα θεωρούσαν ότι ήταν τόσο γλύκες και μοναδικοί που τους είχε φτιάξει ο Μεγάλος Ζαχαροπλάστης κατ' εικόνα και ομοίωσιν. Για του λόγου το αληθές, κάθε φορά που ο εκάστοτε Αρχιντολμάς απηύθυνε το λόγο στους Ντολμάδες του, τελείωνε με τη φράση "Chef Bless America".
Στη μακρινή χώρα του Ντολμαδιστάν, η φυλή των Τυλιχτάν τα είχε πάρει στο τουρμπάνι, και ήθελε πάση θυσία να ανατρέψει την κυριαρχία των "άβραστων", που όχι μόνο δεν είχαν τον Chef τους αλλά έκαναν τον κόσμο άνω-κάτω με τα Δυτικά τους τυλίγματα. Οι Τυλιχτάν πίστευαν στην αυθεντικότητα του Τουρμπανιού, και θεωρούσαν ότι ήταν οι μόνοι που ήξεραν πως να το τυλίξουν σωστά. Κατηγορούσαν μάλιστα τους Αμερικανούς Ντολμάδες πως ήταν όχι μόνο άβραστοι και α-Chef-oι, αλλά και ότι άφηναν τους γλυκούς θηλυκούς ντολμάδες να κάνουν ό,τι τους κατέβαινε στο κοτσάνι τους.
Η σύγκρουση ανάμεσα στους Ντολμάδες Αμερικής και τους Τυλιχτάν ήταν αναπόφευκτη. Οι Ντολμάδες είχαν αρκετά στο κοτσάνι τους, με τη Λαϊκη Ρυζοκρατία της Κίνας να απειλεί να ελέγξει ολόκληρη τη Ντολμαδονομία του Πιάτου και το Ριζάκ (με ηγέτη τον Δικτάτορα Ντολμάμ Γιαλατζίν) να αρνείται ότι κατείχε τη μυστική συνταγή για την κατασκευή της Μαγιονέζας, ενώ ήταν βέβαιο πως όχι μόνο την κατείχε, αλλά προτίθετο και να την χρησιμοποιήσει...
Αυτή ήταν τουλάχιστον η επίσημη εκδοχή της υπόθεσης και σύμφωνα με τα "έγκυρα" δημοσιεύματα των Dolmatologist, Dolmasweek και D.N.N. ...
(συνεχίζεται σε επόμενο post- αναμείνατε στον Ντολμά σας)
*Σημ.: Είναι το παιχνίδι του Ντολμά, στο οποίο αυτοπροσκλήθηκα μόλις διάβασα τη Σακαφιόρα η οποία ενεπνεύσθη από τον Mahler
Η λαιμαργία των Ντολμάδων Αμερικής ήταν τόσο μεγάλη, που είχαν τυλίξει τον κιμά όλο, έλεγχαν τη ροή του ελαιόλαδου και μάλιστα θεωρούσαν ότι ήταν τόσο γλύκες και μοναδικοί που τους είχε φτιάξει ο Μεγάλος Ζαχαροπλάστης κατ' εικόνα και ομοίωσιν. Για του λόγου το αληθές, κάθε φορά που ο εκάστοτε Αρχιντολμάς απηύθυνε το λόγο στους Ντολμάδες του, τελείωνε με τη φράση "Chef Bless America".
Στη μακρινή χώρα του Ντολμαδιστάν, η φυλή των Τυλιχτάν τα είχε πάρει στο τουρμπάνι, και ήθελε πάση θυσία να ανατρέψει την κυριαρχία των "άβραστων", που όχι μόνο δεν είχαν τον Chef τους αλλά έκαναν τον κόσμο άνω-κάτω με τα Δυτικά τους τυλίγματα. Οι Τυλιχτάν πίστευαν στην αυθεντικότητα του Τουρμπανιού, και θεωρούσαν ότι ήταν οι μόνοι που ήξεραν πως να το τυλίξουν σωστά. Κατηγορούσαν μάλιστα τους Αμερικανούς Ντολμάδες πως ήταν όχι μόνο άβραστοι και α-Chef-oι, αλλά και ότι άφηναν τους γλυκούς θηλυκούς ντολμάδες να κάνουν ό,τι τους κατέβαινε στο κοτσάνι τους.
Η σύγκρουση ανάμεσα στους Ντολμάδες Αμερικής και τους Τυλιχτάν ήταν αναπόφευκτη. Οι Ντολμάδες είχαν αρκετά στο κοτσάνι τους, με τη Λαϊκη Ρυζοκρατία της Κίνας να απειλεί να ελέγξει ολόκληρη τη Ντολμαδονομία του Πιάτου και το Ριζάκ (με ηγέτη τον Δικτάτορα Ντολμάμ Γιαλατζίν) να αρνείται ότι κατείχε τη μυστική συνταγή για την κατασκευή της Μαγιονέζας, ενώ ήταν βέβαιο πως όχι μόνο την κατείχε, αλλά προτίθετο και να την χρησιμοποιήσει...
Αυτή ήταν τουλάχιστον η επίσημη εκδοχή της υπόθεσης και σύμφωνα με τα "έγκυρα" δημοσιεύματα των Dolmatologist, Dolmasweek και D.N.N. ...
(συνεχίζεται σε επόμενο post- αναμείνατε στον Ντολμά σας)
*Σημ.: Είναι το παιχνίδι του Ντολμά, στο οποίο αυτοπροσκλήθηκα μόλις διάβασα τη Σακαφιόρα η οποία ενεπνεύσθη από τον Mahler
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)