the girl with the dragon tattoo

the girl with the dragon tattoo
Yes, I have a dragon tattoo as well

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Όταν η Ακαδημία κρύβεται πίσω απ' το δάχτυλό της...

Η' εν προκειμένω, το δάχτυλο της Kathryn Bigelow. Που ("μπράβο της") κέρδισε ένα Όσκαρ σκηνοθεσίας, για μια ταινία που ("μπράβο της") κέρδισε Όσκαρ καλύτερης ταινίας φέτος, που διηγείται μια ιστορία που ("μπράβο της") κέρδισε Όσκαρ καλύτερου σεναρίου...

Μια Katheryn Bigelow που ξεκίνησε ως εικαστικός καλλιτέχνης και κατέληξε να φλερτάρει με τις πληγές των μεταπολεμικών Ηνωμένων Πολιτειών, που κατάφερε και τις έχωσε μέσα σε ένα locker και μας τις παρουσίασε σαν "μια μέρα στη ζωή ενός ήρωα" - ενός ήρωα που υποδύθηκε ο Jeremy Renner - μπράβο του! χωρίς εισαγωγικά, αν και δεν πήρε Όσκαρ, μάλλον το άξιζε, αλλά δυστυχώς τα βραβεία δεν πάνε ποτέ εκεί που πρέπει (καμία μπηχτή προς τον Jeff Bridges που μου είναι αιωνίως συμπαθητικός).

Και τώρα τι να πούμε; Τι σκατά βράβευσε η Ακαδημία; Μια ιστορία που στην τελική μας λέει πόσο ηρωικός είναι ο γαμωστρατός τους, που βρίσκεται ακόμη στο Ιρακ; Ο Στρατός που Προστατεύει μια "Ελεύθερη" Κοινωνία που δεν τόλμησε να ισοπεδώσει ακόμα το αίσχος του Guantanamo Bay? Το έθνος που τελικά ψήφισε Barack Obama μην αντέχοντας τις ίδιες του τις τύψεις;

Τι μας λέει, εν προκειμένω, η βράβευση για την ιστορία ενός ήρωα που "σβήνει φωτιές" απασφαλίζοντας βόμβες; Πόσο βαθιά ήταν η τομή της Εισβολής στο Ιράκ στη συνείδηση του μέσου Αμερικανού; Προφανώς όχι και πολύ βαθιά - αφού η θρυλική Ακαδημία για άλλη μια φορά επιβεβαιώνει ότι η δουλειά της είναι να χαϊδεύει αυτιά και να επικροτεί εμμέσως πλην σαφώς, πολιτικές που στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής επιδεικνύουν χωρίς ντροπή, τις Ηνωμένες Πολιτικές του Καπιταλισμού, ενός αδίστακτου καπιταλισμού που ματοκύλησε μετά την λήξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου σχεδόν κάθε Δημοκρατία που τόλμησε να σηκώσει κεφάλι, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Καλύτερα να τα παιρνε το παραμύθι το Άβαταρ τα βραβεία- τουλάχιστον εκεί δεν υπάρει καμία ψευδαίσθηση για το ποιος είναι ο ιμπεριαλισμός, καταφανής στο πρόσωπο του Stephen Lang ("Colonel Quaritch") και της πολιτικής του, που ισοπεδώνει Αμαζόνιους (έστω, "Πανδώρες") με μόνο γνώμονα το κέρδος...

Aυτή φέτος ήταν η μεγαλύτερη ειρωνεία που θα μπορούσε ποτέ κανείς να διανοηθεί, και κάθε φεμινίστρια θα έπρεπε τώρα να σκίζει τα σουτιέν της: η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτης που βραβεύεται με Όσκαρ, το πήρε γιατί έπαιξε το παιχνίδι των αρσενικών... ή μάλλον του ηλίθιου, πολεμόχαρου και πολεμοκάπηλου τύπου άντρα που πιστεύει ότι υπάρχουν ήρωες σε έναν πόλεμο!!! Ενώ υπάρχουν μόνο θύματα, είτε είναι "νικητές" είτε είναι "ηττημένοι".

Να μην πούμε τίποτα για το "χιούμορ" των παρουσιαστών, που πρόσβαλαν κάθε παρευρισκόμενο- που καθόταν στο κάθισμά του γελώντας με τα "αστεία" ενός ξεφτιλισμένου σεναρίου. Κρίμα στα ταλέντα των Steve Martin & Alec Baldwin. Από ένα ολόκληρο κοινό, μόνο ο George Clooney δεν γελούσε, παρά κοιτούσε με αηδία την 'γιορτή'. Αλήθεια, ποιος γιορτάζει στα Όσκαρ: Η δήθεν Χριστιανική Αμερική, που βράβευσε φέτος την Sandra Bullock (σιγά την ερμηνεία!) για μια ταινία "κοινωνικής ευθύνης" όπως το Blind Side?

Άντε να μην συνεχίσω γιατί όταν τα παίρνω στο κρανίο κανείς δεν μπορεί να απασφαλίσει τον πυροκροτητή...

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Carey Mulligan: Στα ίχνη της Audrey Hepburn


Έγραψε πάλι η art.em.is.free@gmail.com


Με μόλις 5 χρόνια εμπειρίας στη δουλειά του ηθοποιού, η νεαρή Βρετανή Carey Mulligan κέρδισε το Hollywood και μια υποψηφιότητα στα Όσκαρ για τον Α’ γυναικείο ρόλο στην ταινία της Lone Scherfig “An Education” (2009) – στα ελληνικά: «Μια κάποια εκπαίδευση». Η 25χρονη Carey «τρέχει» αυτή τη χρονιά απέναντι στα ιερά τέρατα Meryl Streep [“Julie & Julia” (2009)] και Helen Mirren [“The Last Station” (2009)]. Φέτος ο ανταγωνισμός κορυφώνεται με φαβορί την Sandra Bullock [“The Blind Side” (2009)]. Η Carey καθώς και η Gabourey Sidibe [“Precious” (2009]), αν και αντικειμενικά δυνατές υποψηφιότητες, θεωρούνται μάλλον τα outsider. Το κείμενο αυτό γράφεται το Φεβρουάριο. Άγνωστες μέχρι τις αρχές Μαρτίου οι βουλές του θείου Όσκαρ, καθώς σε αυτήν την κούρσα είναι γνωστό ότι δεν βραβεύεται πάντα ο πιο ικανός αλλά πολλές φορές εκείνος στον οποίο η Ακαδημία νιώθει ότι «του το χρωστάει».

Αν και η νεαρή ηθοποιός γοήτευσε παραδίδοντας μια φρέσκια, φαινομενικά αβίαστη performance στο ρόλο της Jenny, μιας νεαρής κοπέλας που ερωτεύεται έναν πολύ μεγαλύτερό της σε ηλικία άντρα (ο Peter Sarsgaard στο ρόλο του David), είναι κατά την προσωπική μου άποψη πολύ νωρίς για να την ανακηρύξουμε «την επόμενη Audrey Hepburn» όπως ενθουσιωδώς έχει ήδη κυκλοφορήσει στον διεθνή τύπο. Το ενδιαφέρον δεν είναι αδικαιολόγητο, αφενός μεν διότι η παρουσία της Carey και στην μεγάλη οθόνη και στο Broadway συνεργεί ως προς το γεγονός ότι η καλλιτεχνική κοινότητα έχει ένα σημαντικό νέο ταλέντο στα χέρια της, αφετέρου δε διότι το ενδιαφέρον αναζωπυρώνουν οι φήμες για ένα remake του «My Fair Lady» με την Carey στον ρόλο της Eliza Doolittle, και τον Colin Firth στο ρόλο του Professor Higgins. Στο μεταξύ τις tabloids απασχολεί η σχέση της με τον νεαρό σταρ Shia LaBeouf.

Το ξαφνικό ενδιαφέρον για την μικρή ενζενί και τις ικανότητές της στο παλκοσένικο ντύνουν οι προσφορές ρόλων που πέφτουν σαν βροχή: για φέτος είναι προγραμματισμένη να εμφανιστεί σε τέσσερις ταινίες, μια εκ των οποίων είναι το sequel του Oliver StoneWall Street 2: Money Never Sleeps” (2010) δίπλα στον Michael Douglas. «Ο Όλιβερ είναι φοβερός» λέει η Carey γελώντας. «Είδε το ‘Μια κάποια Εκπαίδευση’ και μου τηλεφώνησε και μου πρόσφερε το ρόλο στο ‘Wall Street’ την ώρα που καθόμουν κι έτρωγα sushi. Ήταν το πιο τρελό τηλεφώνημα που έλαβα στην ζωή μου». Φέτος θα την δούμε επίσης στο Never Let Me Go” (2010), ταινία βασισμένη στο μυθιστόρημα του Kazuo Ishiguro με συμπρωταγωνήστρια την Keira Knightley- βλ. και “Pride and Prejudice” (2005), φιλμ το οποίο οδήγησε στη φιλία τους και ήταν και το ντεμπούτο της Carey στον κινηματογράφο.

Η ειρωνία που διαπερνά την μέχρι τώρα καριέρα της Carey είναι ότι οι γονείς της ήταν αντίθετοι στις φιλοδοξίες της να γίνει ηθοποιός- όπως ακριβώς και οι γονείς της Jenny στο «An Education», που ανησηχούσαν για το μέλλον της κόρης τους και ήθελαν πάνω απ’ όλα… μια καλή εκπαίδευση: «Οι γονείς μου ήταν εντελώς εναντίον. Ήθελαν να πάω σε ένα πανεπιστήμιο. Δεν γνώριζαν κανέναν ηθοποιό - κανείς στην οικογένειά μου δεν ήταν ηθοποιός. Ήταν φοβισμένοι». Η Carey γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 28 Μαϊου 1985. Σύμφωνα με τις περιγραφές της ίδιας, ήταν η αποφασιστικότητά της να μην ακολουθήσει τους συμμαθητές της στο πανεπιστήμιο και μια επιστολή προς τον βραβευμένο με Όσκαρ σεναριογράφο Julian Fellowes που την οδήγησαν στο μονοπάτι του ηθοποιού.

Ο (βραβευμένος για το “Gosford Park”) Julian Fellowes επισκέφθηκε το σχολείο της Carey για μια ομιλία. Εκείνη τον τρέλανε στις ερωτήσεις μετά την παρουσίαση, και κατόπιν δεν παρέλειψε να του γράψει για το ενδιαφέρον της να γίνει ηθοποιός. Εκείνος ενδίδοντας στην πίεση την προσκάλεσε σε ένα γεύμα με έναν φίλο του που έκανε το casting για νέους στην ταινία του Joe Wright «Pride and Prejudice». Αυτή ήταν και η αρχή της καριέρας της Carey, στο ρόλο της Kitty, της μικρής αδελφής της Elizabeth Bennet. Η μόνη «προϋπηρεσία» που είχε μέχρι τότε η Carey ήταν η συμμετοχή της σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις: στο γερμανικό International School του Dusseldorf, και στο Woldingham School στο Λονδίνο, όπου ήταν επικεφαλής του θεατρικού και έπαιξε σε παραστάσεις όπως το “Sweet Charity”. Ο Julian Fellowes δεν ήταν ο μόνος επαγγελματίας που προσέγγισε η Carey, ζητώντας συμβουλές και καθοδήγηση. Έφτασε μέχρι και τον Kenneth Branagh. Τελικά η επιμονή της επιβραβεύτηκε. «Πάντα ήθελα να γίνω ηθοποιός» λέει η ίδια. «Δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να ήθελα να κάνω – και όσο ήμουν στην εφηβεία η ιδέα του να παίξω μιούζικαλ στο θέατρο μου είχε γίνει έμμονη ιδέα. Κυκλοφορούσα για δυο χρόνια περίπου φορώντας ένα t-shirt των “Άθλιων”».

Η Carey Mulligan ξεκίνησε μετά το “Pride and Prejudice” να χτίζει την καριέρα της με διάφορους μικρούς ρόλους στην τηλεόραση και στο θέατρο. Αυτή δεν ήταν η μοναδική φορά που έπαιξε σε μεταφορά έργου της Jane Austen, καθώς συμμετείχε και στο τηλεοπτικό «Northanger Abbey» (2007). Οι πιο σημαντικές τηλεοπτικές της εμφανίσεις ήταν ως Ada Clare στην τηλεοπτική σειρά του BBCBleak House” (2005), μια μεταφορά του έργου του Charles Dickens, για το οποίο κέρδισε μια υποψηφιότητα ως Best Supporting Actress στα βραβεία OFTA (Online Film & Television Association) το 2006, την ίδια χρονιά ως κόρη του πρωταγωνιστή, στη σειρά “The Amazing Mrs. Pritchard”(2006), και μια χρονιά αργότερα, ως αδελφή του Daniel Radcliffe στο My Boy Jack”, μια αληθινή ιστορία βασισμένη στη ζωή του συγγραφέα Rudyard Kipling. Οι κινηματογραφικοί της ρόλοι περιορίζονται στα “Public Enemies” (2009), Brothers (2009) και The Greatest (2009). Στην πρώτη ταινία, σε σκηνοθεσία του Michael Mann, είχε ένα ρολάκι ως πόρνη. Στο δεύτερο φιλμ, σε σκηνοθεσία Jim Sheridan, είχε έναν κάπως πιο σημαντικό ρόλο δίπλα στους Jake Gyllenhaal, Natalie Portman, και Tobey Maguire, και τέλος στο «The Greatest» δούλεψε δίπλα στους Suzan Sarandon και Pierce Brosnan.


Στο θέατρο, η Carey Mulligan διέπρεψε στο ρόλο της Νίνα, στην παραγωγή του Royal Court του έργου του Anton ChekhovThe Seagull” (2007) δίπλα στην Kristin Scott Thomas (ως Arkadina) και τον Chiwetel Ejiofor (ως Trigorin). Η «Daily Telegraph» χαρακτήρισε την απόδοσή της ως «ασυνήθιστα ακτινοβολούσα», ο «Observer» ως «σχεδόν αφόρητα συγκινητική» και η «The Independent» ως «εξαίσια». Όταν το θεατρικό μετακόμισε στο Broadway το 2008, η Carey βρέθηκε ξαφνικά να ζει το όνειρο των παιδικών της χρόνων. Ήταν αυτό που πίστευε ότι της άξιζε- πόσο μάλλον όταν οι κριτικοί συμφωνούν: άλλη μια υποψηφιότητα περίμενε την Carey το 2009. Επρόκειτο για το βραβείο «Drama Desk» το οποίο τελικά κέρδισε η Angela Lansbury. Σε μια συνέντευξη της Mulligan στο ‘The Hollywood Reporter’ η Carey Mulligan αναγνώρισε ότι η μητέρα της ήταν καθοριστική επιρροή στη διαμόρφωση του ενδιαφέροντός για το θέατρο, καθώς από τα 14 της πήγαινε μαζί της σε θεατρικές παραστάσεις του Broadway.

Μετά το «The Seagull» το Hollywood άρχισε να παίρνει την Carey Mulligan στα σοβαρά. Ο ρόλος της στο «Μια κάποια εκπαίδευση» ήταν φυσικά ο καταλύτης που καθιέρωσε την Carey Mulligan ως celebrity πρώτου βαθμού. Η ταινία βασίζεται στα απομνημονεύματα της Δημοσιογράφου Lynn Barber, σε σενάριο Nick Hornby (“About a Boy”, “High Fidelity”) και σκηνοθεσία της Lone Scherfig, από τη Δανία, η οποία μας έχει δώσει το “Wilbur wants to kill himself” (2002) με τον Jamie Sives ως Wilbur. Ο συμπρωταγωνιστής της Carey στο «Μια κάποια εκπαίδευση», Peter Sarsgaard είχε επίσης δουλέψει με την Carey στο ανέβασμα του “The Seagull” στη Νέα Υόρκη, στο ρόλο του Trigorin, του εραστή της Νίνα.

Τοποθετημένο στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’60, το φιλμ διηγείται την ιστορία της Jenny, μιας δεκαεξάχρονης αριστούχας μαθήτριας η οποία φοιτεί σε ένα ιδιωτικό προπαρασκευαστικό σχολείο Θηλέων για την Αγγλική ελίτ, και έχει ως στόχο να περάσει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Η γνωριμία της με τον David, έναν αβρό businessman που έχει τα διπλάσιά της χρόνια την αποσπά από τις σπουδές της – και δυστυχώς για την ίδια, επανακαθορίζει τους στόχους της. «Σίγουρα δεν είμαι η Jenny, ήταν πολύ πιο γενναία από μένα» έχει δηλώσει σχετικά, περιγράφοντας την αντίδρασή της σε ένα παρόμοιο περιστατικό, την περίοδο που εργαζόταν σε μια pub: «υπήρχαν μεγαλύτεροι άντρες σε ηλικία οι οποίοι έρχονταν συχνά. Ένας τύπος είχε μια Φερράρι, και ένα βράδυ, όταν του έδωσα τον λογαριασμό, το υπέγραψε με τη λέξη “Δείπνο;”. Φρίκαρα».

Μετά την πρεμιέρα του στο Sundance Film Festival, το «Μια κάποια εκπαίδευση» σύστησε πάραυτα την όμορφη μελαχροινή κοπέλα στο υπόλοιπο κινηματογραφικό κοινό. Ήταν μια ταινία καριέρας για την Βρετανή ηθοποιό που ξεχώριζε μέσα από μια θάλασσα ξανθών στάρλετ εξαιτίας του ακατέργαστου ταλέντου της και του αθώου, ρετρό, sexy look που την έκανε να μοιάζει ελαφρώς με τις καλλονές τύπου Mia Farrow. H Mulligan κέρδισε τους κριτικούς χωρίς κόπο, καθώς όλοι ανταποκρίθηκαν στην ειλικρινή της απεικόνιση μιας κοπέλας που το πάθος της για ζωή τελικά την οδηγεί σε μια δυσάρεστη «αφύπνιση» -καθώς συνειδητοποιεί πόσο ψεύτης μπορεί να είναι ο έρωτας και πόσο πεζή μπορεί να γίνει η πραγματικότητα. Όπως ήταν αναμενόμενο, η Mulligan βρέθηκε με μια συλλογή υποψηφιοτήτων για βραβεία: τα Independent Spirit, Golden Globe και Screen Actors Guild.

Παρά τη σχέση της με τον σταρ του Hollywood Shia LaBeouf, συμπρωταγωνιστή της στο «Wall Street 2», έχουν κρατήσει το δεσμό τους σε χαμηλούς τόνους, ακόμη κι αν οι παραράτσι τους κυνηγούν από παντού. «Περίεργος όρος» έχει χαρακτηρίσει την διασημότητα η προσγειωμένη Carey, συνηθισμένη στην ζωή σε ξενοδοχεία καθώς ο πατέρας της ήταν manager στην αλυσίδα των Intercontinental «αλλά η ζωή μου δεν έχει στ’ αλήθεια αλλάξει. Νομίζω ότι η επιτυχία του φιλμ στο Sundance μου έδωσε ευκαιρίες που πιθανότατα να μην είχα αλλιώς, επομένως συνάντησα ανθρώπους που αλλιώς δεν θα τους συναντούσα, και είχα πρόσβαση σε σενάρια που δεν θα είχα πριν, αλλά αυτές είναι οι μόνες πραγματικές αλλαγές».

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Libre (Μάρτιος 2010)

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

"Εγώ είμαι το Θείο Βρέφος!" οι παραστάσεις συνεχίζονται...


Όποιος προλάβει!

Παρ 12/02 - Σαβ 13/02 - Κυρ 14/02 στις 21:30

Τιμές Εισιτηρίων :
Γενική Είσοδος (τη μέρα της παράστασης)
€ 15 / Προπώληση € 10 / Φοιτητικό € 10

Πληροφορίες / Κρατήσεις : 2310 205452

Θέατρο: "Αλίκη Βουγιουκλάκη",
Διεύθυνση: Αγίου Δημητρίου 115, Θεσσαλονίκη

Κείμενο: Γιάννης Καλαβριανός
Σκηνοθεσία: Νόπη Ράντη
Σκηνικά-κοστούμια: Κωνσταντία Δίγκα
Χορογραφίες: Θάνος Πισανίδης
Σχεδιασμός αφίσας: Γιάννης Λαζαρίδης

Παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί:
Δημήτρης Βαλσαμίδης, Αλέξανδρος Ευκαρπίδης, Εφραιμίδου Αγγελική, Ιωαννίδης Παναγιώτης, Πισανίδης Θάνος, Πουρσανίδου Ευτυχία, Τσάκουρη Ελευθερία.

ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ....

Το "Θείο Βρέφος" είναι κάτι σαν το ελληνικό "Life of Brian" των Monty Pythons... Αλλά από την ανάποδη. Ο Αντωνάκης, ο πρωταγωνιστής του "Θείου Βρέφους" δεν προσπαθεί να κρυφτεί από τους μανιασμένους πιστούς, όπως ο Brian. Είναι ο ίδιος ένας επίδοξος Μεσσίας. Το κείμενο μάλλον σατιρίζει περισσότερο την ματαιοδοξία του να θέλει να γίνει κανείς διάσημος, παρά την ίδια την Εκκλησία ή το Ορθόδοξο Δόγμα (ευτυχώς δηλαδή που αθωώθηκαν οι συντελεστές του έργου και δεν γίναμε διεθνώς ρεζίλι). Πολύ καλή κωμωδία που αξίζει να την παρακολουθήσει κανείς. Ο θίασος στο "Αλίκη Βουγιουκλάκη" τα καταφέρνει αρκετά καλά.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Βηθλεέμ. Ετος Μηδέν. Σε μια σπηλιά γεννιέται το Θείο Βρέφος! Σε μια παραδιπλανή σπηλιά γεννιέται ο μικρός Αντώνης. Κι από κει ξεκινούν τα μπερδέματα!... Ο Αντωνάκης πιστεύει πως είναι το Θείο Βρέφος και μάταια οι μάγοι με τα δώρα, οι γονείς του, η ξαδέλφη του η Σαλώμη, μα πάνω απ'όλα ο φύλακας Αγγελός του, προσπαθούν να του αλλάξουν μυαλά. Να του αποδείξουν πως ΕΝΑ είναι το Θείο Βρέφος κι όχι εκείνος!!! Ο Αντώνης όμως δεν το βάζει κάτω! Μεγαλώνοντας αντιγράφει τη δράση του Χριστού, προσπαθεί να διδάξει, να βρει μαθητές να κάνει θαύματα, μπλέκοντας ολοένα και σε περισσότερες περιπέτειες!... (από Δ.Τ.)

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Jude Law: Στο πλευρό του… νόμου


Έγραψε πάλι η art.em.is.free@gmail.com

Στα 37 του χρόνια, ο Jude Law έχει αποδείξει πια ότι δεν είναι μόνο ένα χαριτωμένο προσωπάκι της show biz, (όπως ψευδώς πίστευαν πολλοί), αλλά ένας πρωταγωνιστής με εξαιρετική θεατρική παιδεία και αναγνωρισμένο ταλέντο που επιπλέον δεν δίστασε ποτέ να πάρει ρίσκα. Την χρονιά που μας πέρασε τον είδαμε με ρωσική προφορά και φουστάνι στο ρόλο της Minx στο πειραματικό «Rage» της Sally Potter και ως αντικαταστάτη του αδικοχαμένου Heath Ledger στο «The Imaginarium of Doctor Parnassus» του Terry Gilliam. Το 2009 του πρόσφερε αφενός μεν την ευτυχία να γίνει για τέταρτη φορά πατέρας και αφετέρου δε την ευκαιρία να λάμψει στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Άμλετ, όχι μόνο στο West End του Λονδίνου αλλά και στο Broadway. Φέτος τον βλέπουμε στο ρόλο του Dr. Watson στο «Sherlock Holmes» διά χειρός Guy Ritchie ενώ αναμένουμε το επιστημονικής φαντασίας Repo Men”.

Ο David Jude Law, όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, γεννήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1972 στο Lewisham, στο νοτιοδυτικό Λονδίνο. Οι γονείς του ήταν και οι δυο δάσκαλοι στο επάγγελμα, και ενθάρρυναν τον Jude να αναπτύξει το υποκριτικό του ταλέντο από νωρίς διακρίνοντας τις καλλιτεχνικές του ικανότητες ενώ ήταν μόλις 6 ετών. Η σχέση του με το θέατρο είναι εντυπωσιακή: στα 12 του χρόνια ο Jude Law ξεκίνησε να ερμηνεύει ρόλους για το National Youth Music Theatre που έχει αναδείξει ηθοποιούς όπως ο Jamie Bell του «Billy Elliot». Ο χαρακτηριστικός πρωταγωνιστικός ρόλος του Law στο "Joseph and the Amazing Technicolor Dreamcoat" τον οδήγησε στην τηλεοπτική εμφάνιση ως stableboy στο "The Tailor of Gloucester" (1990). Τον ίδιο χρόνο, παράτησε το σχολείο για να παίζει στην βρετανική σαπουνόπερα "Families.”

Επέστρεψε στο θέατρο περίπου ένα χρόνο μετά, για να πάρει μέρος σε μια τουρνέ στην Ιταλία ως Freddie στον «Πυγμαλίωνα» του Bernard Shaw και για να κερδίσει το κοινό στο Λονδίνο στην παράσταση του "The Fastest Clock in the Universe.” Το 1994 εντυπωσίασε τους θεατρόφιλους στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, στην παράσταση "Les Parents Terribles σε έναν ρόλο που απαιτούσε γυμνό επί σκηνής. Ήταν ο μόνος ηθοποιός από το συγκεκριμένο cast που αργότερα προσκλήθηκε να αναλάβει ξανά τον ρόλο στο Broadway (στη version «Indiscretions» δίπλα στην Kathleen Turner), και κέρδισε μια υποψηφιότητα για Tony για την προσπάθειά του. "Face it, I didn't become famous until I took my clothes off" είπε στο περιοδικό «People» το 2001 αναφερόμενος στο θεατρικό του Jean Cocteau.

Η καριέρα του στον κινηματογράφο ξεκίνησε το 1994, με το μικρού μήκους “The Crane” (1994) του Phil OShea και στη συνέχεια ως νεαρός κλέφτης αυτοκινήτων στο "Shopping" (1994). Το 1996 εμφανίστηκε στο “I love you, I love you not” (1996) του Billy Hopkins δίπλα στις Claire Danes και Jeanne Moreau. Το κοινό αρχίζει να προσέχει τον Jude Law το 1997, όταν εμφανίζεται ούτε λίγο ούτε πολύ σε τέσσερις παραγωγές. Στην κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού Bent (με ένα ιδιαίτερο cast που περιλάμβανε τους Clive Owen και Ian McKellen), στο εξαιρετικό βιογραφικό φιλμ Wilde πλάι στον Stephen Fry (ο οποίος παρέδωσε έναν αξέχαστο Oscar Wilde), στο Gattaca μαζί με την Uma Thurman και τον Ethan Hawke ως ιδιοφυής παραπληγικός που πουλά το DNA του και τέλος στο «Midnight in the Garden of Good and Evil» του Clint Eastwood. Απίθανος στο ρόλο του κακομαθημένου Lord Alfred Douglas (“Bosie”), που η σχέση του με τον Oscar Wilde κόστισε στον τελευταίο τον διασυρμό του και την φυλάκισή του, o Jude Law ήταν επίσης αξέχαστος στο «Gattaca», και σε κάθε περίπτωση, ξέσπασε με δείγματα υπέροχης ενέργειας και ένα αξιοσημείωτο χάρισμα στην οθόνη, αλλά κάθε ταινία απέτυχε να βρει την δέουσα υποστήριξη από το ευρύ ακροατήριο.

Χρειάστηκε να περάσουν δυο χρόνια ακόμη, και μια σειρά από πέντε ακόμη ταινίες για να δούμε τον Jude Law να κατακτά πραγματικά τη διασημότητα. Στο "Music From Another Room” (1998) παίζει τον καλλιτέχνη που ξανα-ανακαλύπτει την αγάπη της ζωής του 25 χρόνια μετά τη γέννησή της, στο "The Wisdom of Crocodiles" (1998) το αρπακτικό βρικολακοειδές θηρίο και στο «Final Cut» (1998) τον κινηματογραφιστή που πεθαίνει και αφήνει πίσω του μια ταινία-ντοκουμέντο που ξεμπροστιάζει τη ζωή καθενός από τους φίλους του. Ούτε το Presence of Mind” (1999) με την Lauren Bacall και τον Harvey Keitel ή το "eXistenZ" (1999) του David Cronenberg έφεραν τον Jude Law στην θέση που του άξιζε.

Ήταν τελικά στην ταινία του Anthony Minghella "The Talented Mr. Ripley” (1999) που αναδεικνύεται πλήρως το ταλέντο του. Ως playboy στο ρόλο του Dickie Greenleaf και αντικείμενο πόθου και φθόνου ταυτόχρονα για τον Tom Ripley (Matt Damon), ο Jude Law είναι ακαταμάχητος και σφίζει από αυτοπεποίθηση, ερωτισμό και αδρεναλίνη παρόλη την φιλήδονη φύση του, την ματαιοδοξία και την εκμετάλλευση που βρίσκεται στο αίμα του χαρακτήρα του. Υποδυόμενος τον Greenleaf σε έναν ρόλο που του ταίριαξε σαν γάντι o Jude Law κατάφερε να κατακτήσει κοινό, κριτικούς, και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου που τον ανέβασε ακόμη μια θέση ψηλότερα στο πάνθεον του Hollywood, από ικανό ηθοποιό σε σταθερή αξία του star system.

Αν και αυτό το break-through που του χάρισε και ένα βραβείο BAFTA σήμανε την αρχή μιας πολλά υποσχόμενης καριέρας, ο Jude Law δεν βιάστηκε καθόλου να σκαρφαλώσει σε ρόλους σταρ και να εξαργυρώσει την επιταγή. Πρωταγωνίστησε στο «Love, Honour and Obey» (2000) των Dominic Anciano και Ray Burdis για πέμπτη φορά δίπλα στη γυναίκα του Sadie Frost (πρωτοεμφανίστηκαν μαζί στο “Shopping”), γύρισε στο Λονδίνο για να παίξει στην θεατρική παράσταση του «Tis Pity She's a Whore», και σκηνοθέτησε ένα μέρος του τηλεοπτικού "Tube Tales" (1999). Τέλος, την ίδια χρονιά ίδρυσε την εταιρία παραγωγής Natural Nylon Entairtainment μαζί με την σύζυγό του Sadie και τους φίλους Johnny Lee Miller, Εwan McGregor και Sean Pertwee- μια εταιρία που είναι μεταξύ άλλων υπεύθυνη για τις ταινίες «Nora» (2000) και «Sky Captain and the World of Tomorrow» (2004).

Από δω και πέρα ο Jude Law χτίζει μια καριέρα βασισμένη στην ποικιλομορφία και τα δημιουργικά ρίσκα και γίνεται εκτός από πολυπόθητο είδωλο, και ένα πολυπόθητο ταλέντο. Όπως ήταν αναμενόμενο, το Hollywood του χτύπησε την πόρτα το 2001, αυτή τη φορά για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του αινιγματικού εκτελεστή ονόματι Vassili Zaitsev στο "Enemy at the Gates" του Jean-Jacques Annaud με τον Ed Harris. Την ίδια χρονιά συμμετέχει στο πολλά υποσχόμενο project του Steven Spielberg «Artificial Intelligence» στο ρόλο ενός ρομπότ-ζιγκολό (!) δίπλα στον Haley Joel Osment. Αγνώριστος σε δεύτερο ρόλο ως γερασμένος φωτογράφος και δολοφόνος απέναντι στον Tom Hanks στο "Road to Perdition” (2002), επιστρέφει σε πρωταγωνιστικό ρόλο στο "Cold Mountain" απέναντι στην Nicole Kidman και την Renee Zellweger, πάλι σε σκηνοθεσία Anthony Minghella, ως λιποτάκτης του στρατού των Νοτίων που αντιμετωπίζει μια Οδύσσεια από απίστευτες δυσκολίες μέχρι να καταφέρει να γυρίσει στη γυναίκα του. Η μεταφορά του βιβλίου του Charles Frazer του χαρίζει ακόμη μια υποψηφιότητα Όσκαρ, αυτή τη φορά στην κατηγορία του Α’ Ανδρικού Ρόλου. Η άνοδός του στο σταρ σύστεμ έρχεται μαζί με το τίμημα της έκθεσης στα μήντια, καθώς η προσωπική του ζωή βρίσκεται στο στόχαστρο και η βαθμιαία διάλυση του γάμου του με την Sadie Frost αναλύεται μέχρι την τελευταία βρώμικη λεπτομέρεια.

Έχοντας φορτσάρει πλέον στην καριέρα του, ο Jude Law συμμετέχει το 2004 συνολικά σε πέντε ταινίες! Η επόμενη περιπέτειά του στην οθόνη ήταν το ρετρό "Sky Captain and the World of Tomorrow" (2004), μια περιπέτεια στην οποία υποδύεται τον θαραλλέο αεροπόρο που μάχεται γιγάντια ρομπότ και ψάχνει για χαμένους επιστήμονες σε μια Art Deco Νέα Υόρκη, απέναντι στην Gwyneth Paltrow και την Angelina Jolie. Μετά ήρθε το "I [Heart] Huckabees" του David O. Russell, μια «υπαρξιακή» κωμωδία, όπου εμφανίζεται ως αντίπαλος του Jason Schwartzman, ένα ανώτερο διοικητικό στέλεχος που σκαρφαλώνει στην ιεραρχία της εταιρικής αλυσίδας των πολυκαταστημάτων Huckabees, η υποτιθέμενη τέλεια ζωή του οποίου γίνεται πεδίο ερευνών δυο ντετέκτιβ.

Στη συνέχεια ο Jude Law επιδίδεται στην ερμηνεία του «Alfie» στην ομώνυμη ταινία του Charles Shyer, μια πιο εύπεπτη version της ζωής ενός κατ’ επίφασιν απατεώνα τον οποίο ερμήνευσε για πρώτη φορά στην μεγάλη οθόνη το 1966 ο Michael Cane σε σκηνοθεσία Lewis Gilbert. Στο set της ταινίας ο Jude Law συναντά την πρώτη σημαντική του σχέση μετά το διαζύγιό του, την νεαρή ανερχόμενη Sienna Miller. Η θυελλώδης σχέση τους θα κάνει εκείνη τελικά σταρ και τον ίδιο να μοιάζει ατυχώς με τον "Alfie", τον αθεράπευτο γυναικοκατακτητή, στα κουτσομπολιά των μήντια.

Ο Jude Law εμφανίστηκε έπειτα στο δράμα του Mike Nichols "Closer" δίπλα στους Julia Roberts, Natalie Portman και Clive Owen, ως μέρος ενός ζευγαριού που η σχέση του συνυφαίνεται δυστυχώς με έναν καταστρεπτικό τρόπο με ένα ακόμη ζευγάρι. Η χρονιά έκλεισε με τον Jude Law σε έναν ρόλο – cameo ως Errol Flynn στο βιογραφικό έπος του Martin Scorsese "The Aviator" και με την αφήγηση του σκοτεινού αριστουργήματος "Lemony Snicket's Unfortunate Series of Events" για μικρά και μεγάλα παιδιά, όπου χάρισε την φωνή του στον Snicket.

To 2005 κάνει ένα διάλειμμα από τις κινηματογραφικές οθόνες ενώ γυρίζει το All the Kings Men” (2006) του Steven Zaillian. Ήταν μια κακή χρονιά για τον Jude Law από την άποψη της δημοσιότητας. Δυστυχώς βρίσκεται στην θέση του απολογούμενου για την παράλληλη σχέση που σύναψε με την νταντά των παιδιών του, κατά τη διάρκεια της σχέσης του με την Sienna Miller. Ο κίτρινος τύπος και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού γιορτάζει με την τροφή που του δίνεται και το ζευγάρι διαλύεται αργότερα παρά τις προσπάθειες για εξομάλυνση. Τα ίδια και επί της οθόνης: η μεταφορά του βραβευμένου έργου του Robert Penn Warren και το πολλά υποσχόμενο cast που περιλάμβανε τους Sean Penn, Kate Winslet, Anthony Hopkins, Patricia Clarkson και James Gandolfini δεν κατάφερε να δώσει την αναμενόμενη πνοή στο κινηματογραφικό remake. Η ταινία “All the Kings Men” τελικά απογοήτευσε και υποκριτικά και σεναριακά.

Ο Law επέστρεψε στην συνεργασία του με τον Anthony Minghella για το Breaking and Entering” (2006), όπου παίζει έναν από τους συνεργάτες μιας ακμάζουσας αρχιτεκτονικής επιχείρησης, ο οποίος ξεκινά μια αναζήτηση του εαυτού του και, τελικά, λυτρώνεται όταν κυνηγά τον διαρρήκτη που λήστεψε - όχι μία, αλλά δύο φορές - το γραφείο του και έκλεψε όλον τον υψηλής τεχνολογίας εξοπλισμό της εταιρίας του. Στην συνέχεια είδαμε τον Law σε κάτι πιο ανάλαφρο, την ρομαντική κομεντί The Holiday” (2006), η πλοκή της οποίας περιστρέφεται γύρω από την ανταλλαγή τόπου διαμονής μεταξύ των δυο γυναικών που πρωταγωνιστούν: η Βρετανή Iris Simpkins (Kate Winslet) και η Αμερικανή Amanda Woods (Cameron Diaz) αποφασίζουν να ξεφύγουν για λίγο από τις μίζερες ζωές τους και χαρίζουν η μια το σπίτι της στην άλλη αμοιβαία για τη διάρκεια των Χριστουγεννιάτικων διακοπών- χαρίζοντας χωρίς να το περιμένουν και μοναδικές ευκαιρίες στην αγάπη.

Μια πιο θερμή ερμηνεία περιμένει το κοινό στο υπέροχο film του Wong Kar Wai «My blueberry nights» (2007) όπου ο Jude Law υποδύεται τον σοφό ιδιοκτήτη ενός ζαχαροπλαστείου. Την ίδια χρονιά τον βλέπουμε στην ενδιαφέρουσα μεταφορά του θεατρικού του Antony Shaffer Sleuth” (2007) σε σκηνοθεσία Kenneth Brannah, αυτή τη φορά δίπλα στον Michael Cane και όχι ως αντικαταστάτης του. Η ταινία επισκιάζεται από την προηγούμενη, πιο επιτυχημένη μεταφορά της από τον Joseph L. Mankiewicz το 1972 με τον Laurence Olivier στο ρόλο του Andrew Wyke και τον Michael Cane στο ρόλο του Milo Tindle.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Libre (Φεβρουάριος 2010).