the girl with the dragon tattoo

the girl with the dragon tattoo
Yes, I have a dragon tattoo as well
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ηθοποιοί που θαυμάζω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ηθοποιοί που θαυμάζω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Kristen Stewart: twilight and beyond

Kristen Stewart

«Δεν μου άρεσε να δείχνω σέξι, αλλά το ξεπέρασα»

Στα 19 της χρόνια, μόλις, η Kristen Stewart έχει προταθεί ήδη 4 φορές για το Βραβείο “Young Artist”, έχει πρωταγωνιστήσει δίπλα σε ζωντανούς θρύλους του Hollywood όπως ο Robert De Niro και η Jodie Foster, και έχει γίνει κιόλας pop φαινόμενο λόγω της τρελής επιτυχίας της σειράς Twilight, το δεύτερο μέρος της οποίας ανοίγει στις κινηματογραφικές αίθουσες στην Ελλάδα στις 19 Νοεμβρίου. Το «The Twilight Saga: New Moon» έχει πουλήσει αυτή τη στιγμή (μέσα Νοεμβρίου), περισσότερα εισιτήρια εκ των προτέρων για την πρεμιέρα του, από οποιαδήποτε άλλη ταινία στην ιστορία του σινεμά, σύμφωνα με τις online κρατήσεις εισιτηρίων στις Η.Π.Α..

Η Kristen αποδεικνύεται μια εξαιρετικά ισορροπημένη νεαρή ηθοποιός με μια περίεργη ικανότητα για την επιλογή απαιτητικών ρόλων ως ταραγμένη εφήβη. Σχετικά με την αγάπη της για την υποκριτική, η Kristen έχει δηλώσει: «μου αρέσει γιατί μου αρέσει να λέω ιστορίες. Μου αρέσει να είμαι σε ταινίες που έχουν μια σημαντική ιστορία. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να γίνω σταρ του Χόλιγουντ. Είναι μια δουλειά, ξέρεις. Όταν ξυπνάς στις έξι το πρωί κάθε μέρα για μία εβδομάδα, το αισθάνεσαι σαν σκληρή δουλειά».

Το άστρο της Kristen ανέτηλε παίζοντας την κόρη της Jodie Foster στο θρίλερ του David Fincher, "Panic Room" (2002). Καθώς το προφίλ της εφήβου όλο και ανέβαινε κατά τα επόμενα έτη, η Stewart συνέχισε να εντυπωσιάζει κοινό και κριτικούς με τις ρεαλιστικές ερμηνείες της και την επιλογή των ταινιών της- και οι κριτικοί συνέχιζαν να την συγκρίνουν με την Jodie Foster, η οποία έκανε τις ίδιες επιλογές από νωρίς στην καριέρα της, μένοντας μακριά από τις “ταινίες για όλη την οικογένεια” και βουτώντας κατευθείαν στα βαθιά νερά της σοβαρής δουλειάς που απαιτούν οι δραματικές ταινίες για ενηλίκους.

Τα γενέθλια της Kristen είναι στις 9 Απριλίου 1990. Γέννημα-θρέμμα του Λος Άντζελες, η Kristen είναι παιδί της show-biz: κόρη του John Stewart (διευθυντή σκηνής, σκηνοθέτη και παραγωγού σε τηλεοπτικές εκπομπές της Fox) και της Jules Mann-Stewart (επιβλέπουσας σεναρίου) η οποία την επόμενη χρονιά θα σκηνοθετήσει την πρώτη της ταινία «K-11» (2010), όπου (μάλλον δεν αποτελεί έκπληξη) θα πρωταγωνιστεί η κόρη της, Kristen .

Η ερμηνεία της Kristen σε ένα σχολικό θεατρικό που εμφανίστηκε τα Χριστούγεννα στα οχτώ της χρόνια τράβηξε την προσοχή ενός κυνηγού ταλέντων στο ακροατήριο, κι έτσι στην τρυφερή αυτή ηλικία, η Stewart άρχισε να παίρνει μέρος σε οντισιόν για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Η πρώτη της ταινία ήταν ένα μικρό ρολάκι για την τηλεόραση της Disney The Thirteenth Year” (1999). Δύο χρόνια αργότερα κέρδισε έναν πιο σημαντικό ρόλο στο ανεξάρτητο δράμα της Rose Troche The Safety of Objects” (2001), στην οποία έπαιξε το αγοροκόριτσο, κόρη της προβληματικής ανύπαντρης μητέρας Patricia Clarkson.

Η Stewart βρέθηκε στο κέντρο των μεγάλων παραγωγών του Χόλιγουντ το 2002, όταν επιλέχθηκε για να ερμηνεύσει την νεαρή έφηβη κόρη της Jodie Foster στο “Panic Room”. "Όταν πήρα το ρόλο στο" Panic Room ", ήμουν: «Ω Θεέ μου αυτό είναι τεράστιο! Είναι μεγαλύτερο από τεράστιο». Είχα κάπως φρικάρει στην αρχή» διηγείται. Παρά την παρουσία βετεράνων ηθοποιών όπως η Foster και ο Whitaker, νεαρή Stewart στάθηκε στα πόδια της και έδωσε μια σταθερή ερμηνεία, πράγμα που οδήγησε ορισμένους κριτικούς να συγκρίνουν τις δεξιότητες της με το στυλ της Foster στις αρχές της καριέρας της (με την οποία, παρεμπιπτόντως, η νεαρή έφερε μια αξιοσημείωτη ομοιότητα).

Το 2003, Stewart ανέλαβε να παίξει την κόρη του Dennis Quaid και της Sharon Stone σε ακόμη ένα έργο γεμάτο suspense, το "Cold Creek Manor" (2003) του Mike Figgis. Δυστυχώς η ταινία δεν τα πήγε και τόσο καλά με το κοινό. Ο πρώτος πρωταγωνιστικός της ρόλος ήρθε με το “Catch That Kid” (2004), ένα δροσερό, νεανικό ταινιάκι (remake μιας Δανέζικης κινηματογραφικής επιτυχίας), με την Stewart ως νεαρή δεινή ορειβάτη με φοβερές ικανότητες στην αναρρίχηση, η οποία ενορχηστρώνει μια υψηλής τεχνολογίας ληστεία τράπεζας για να πληρώσει για μια εγχείρηση για τον βαριά άρρωστο πατέρα της.

Η μικρή αυτή επιτυχία στο εφηβικό κοινό επέτρεψε στην Stewart να αδράξει μια ευκαιρία για να δείξει μια ελαφρύτερη πλευρά του ερμηνευτικού της ταλέντου και, επιτέλους, να προβάλλει τον εαυτό της στο οικογενειακό κοινό. Την ίδια χρονιά, εμφανίστηκε στο ψυχολογικό δράμα "Undertow", που παρά το εξαιρετικό του cast με επικεφαλείς τους Jamie Bell, Josh Lucas και Dermot Mulroney, δεν βρήκε σχεδόν καθόλου διανομή στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Στο "Speak" (2005), βασισμένο στο best seller της Halse Laurie Anderson, η Kristen Stewart είχε την ευκαιρία να παίξει τόσο με το σκοτάδι όσο και με το φως στο ίδιο έργο. Απεικόνισε μια μαθήτρια Λυκείου, που σταματάει σχεδόν κάθε λεκτική επικοινωνία μετά τον βιασμό της από έναν μεγαλύτερο συμμαθητή της, αλλά διατηρεί έναν ζωντανό και συχνά σαρδόνιο σχολιασμό … στο κεφάλι της.

Χειρίστηκε την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα με τη συνηθισμένη της δεξιότητα της και συνέχισε με το υποτιμημένο "Zathura" (2005), του Jon Favreau, όπου, παρά την απαίτηση του ρόλου της να παραμείνει κρεμασμένη στο κενό για ένα μέρος της ταινίας, ώστε να μπορέσουν να γυριστούν τα ψηφιακά εφέ, της έδωσε μια ευκαιρία να αναδείξει τις κωμικές της ικανότητες. Το 2006, η Stewart πρωταγωνίστησε στην καναδική ταινία "Fierce People", ένα δράμα από τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Griffin Dunne, για μια προβληματισμένη μασέρ, (Diane Lane), η οποία κάνει σχέδια για μια καλύτερη ζωή για την ίδια και τον γιό της, με άσχημα αποτελέσματα.

Η Kristen Stewart είχε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο και στην μέτριας επιτυχίας ταινία "The Messengers" (2007), και η καριέρα της άρχισε να παίρνει τα πάνω της, με όχι λιγότερο από 10 κυκλοφορίες ταινιών κατά τα δύο επόμενα έτη. Πρωταγωνίστησε απέναντι στους Meg Ryan και Adrian Brody στο μάλλον συμπαθητικό «In the Land of Women» (2007), και μας χάρισε μια τολμηρή ερμηνεία ως έφηβη κάτοικος μιας χίπικης κοινότητας, η οποία ερωτεύεται έναν περιπλανώμενο νεαρό (Emile Hirsch) στην ταινία του Sean PennInto the Wild” (2007), μία από τις κορυφαίες ταινίες του έτους.

Στο σκηνοθετικό ντεμπούτο της Mary Stuart Masterson, "The Cake Eaters" (2007), το οποίο έτυχε καλής υποδοχής, η Kristen Stewart έδωσε μια εξαιρετική ερμηνεία ως νεαρή Georgia, που υποφέρει από την ασθένεια που είναι γνωστή ως Friedrich's Ataxia. Η ταινία αν και γυρίστηκε το 2007 βγήκε μόλις φέτος στους κινηματογράφους στις Η.Π.Α., αφού έκανε έναν τεράστιο διετή κύκλο σε διάφορα φεστιβάλ και κέρδισε 4 βραβεία. Οι οπαδοί της ηθοποιού μαζεύουν υπογραφές στο διαδίκτυο για να θέσουν την Kristen υποψήφια για την επόμενη απονομή των Όσκαρ για την ερμηνεία της ως Georgia.

«Ήμουν τόσο καταπτοημένη από το χαρακτήρα που δεν είχα ξεκινήσει καμία σωματική πρόβα πριν την πρώτη ημέρα των γυρισμάτων, κυριολεκτικά», δήλωσε η Stewart. «Απλώς δεν μπορούσα να σταματήσω να το σκέφτομαι. Δεν ξέρω. Είχα ένα είδος εμμονής με αυτό ίσως για τρεις εβδομάδες πριν και μετά έπεσα με τα μούτρα σε αυτό κάπως αυθόρμητα. Ήταν απλά κάτι που έπρεπε να το γυρίσω στο κεφάλι μου. Δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό μέχρι την ημέρα που ξεκινήσαμε γυρίσματα επειδή το αισθάνθηκα φθηνό. Απλώς αισθάνθηκα σαν να ήταν ψεύτικο. Μέχρι που ήταν στ’ αλήθεια πραγματικό, την πραγματική στιγμή, όταν το κάναμε πραγματικά και πράγματι απεικόνιζα το πρόσωπο αυτό και αισθάνθηκα σαν να έπρεπε να το κάνω, τότε το ένιωσα σωστό να το κάνω. Αλλά πριν από αυτό ακριβώς δεν το αισθανόμουν σωστό. Απλώς μου φαινόταν περίεργο».

Στη σάτιρα του Barry Levinson «What Just Happened?" (2008), η Kristen ήταν αξιομνημόνευτη ως η επαναστατημένη έφηβη κόρη ενός παραγωγού του Hollywood (Robert De Niro) αν και ο ρόλος της ήταν πολύ περιορισμένος σε χρονική διάρκεια. Η 18χρονη Kristen άρχισε να επιδίδεται σε ρόλους νεαρών ενηλίκων (πλέον) με την ανεξάρτητη ταινία "Adventureland" (2008), μια εξαιρετική κωμωδία σχετικά με τη ζωή των υπαλλήλων ενός Λούνα Παρκ, και με το δράμα "Welcome to the Rileys," με πρωταγωνιστή τον James Gandolfini.

Αν και κανείς δεν αμφισβητεί το ταλέντο της ως ηθοποιού, πολλοί αμφισβήτησαν την ικανότητά της να χειρίζεται τα μήντια. Ποιος όμως θα περίμενε κάτι περισσότερο από μια έφηβη; Στο κάτω-κάτω πρόκειται μόνο για ένα νεαρό κορίτσι. «Πραγματικά, είμαι απίστευτα ασύνδετη και καθόλου ντόμπρα» περιγράφει τον εαυτό της η ίδια. «Απλά σε γενικές γραμμές, οι σκέψεις μου τείνουν να έρχονται με μικρές εκτοξεύσεις που δεν είναι υποχρεωτικό ότι συνδέονται. Αν κολλήσει κάποιος τριγύρω για αρκετό καιρό, μπορεί να βρει τη γραμμική πορεία. Αλλά θα χρειαστεί ένα δευτερόλεπτο. Γι' αυτό αυτές οι συνεντεύξεις δεν πάνε ποτέ καλά για μένα». Φέτος οι δημοσιογράφοι δηλώνουν ενθουσιασμένοι που η Kristen μοιάζει να έχει πολύ περισσότερη αυτοπεποίθηση τώρα που ενηλικιώθηκε.

Τα media θα συνεχίσουν να υφαίνουν το μύθο της Kristen, ως Bella Swan, της βασανισμένης εφήβου που είναι ερωτευμένη με ένα βαμπίρ, στο αναδυόμενο πολιτιστικό goth φαινόμενο, "Twilight" (2008) καθώς και στα μεταγενέστερα sequel της σειράς, τροφοδοτώντας παράλληλα τις φήμες για την πιθανή σχέση της με τον συμπρωταγωνιστή της Robert Pattinson, εντός και εκτός σκηνής. Με τον τρόπο αυτό ρίχνουν λάδι στην τεράστια φωτιά που έχουν δημιουργήσει οι οπαδοί της, κλείνοντας έτσι κατά κάποιον τρόπο και τον πρώτο κύκλο της καριέρας της, που αποδεικνύει ότι η Kristen είναι μια από τις πιο ικανές νέες ηθοποιούς της εποχής της. Το τι θα κάνει από δω και πέρα, θα καθορίσει την υστεροφημία της. Δείγμα μιας νέας, ωριμότερης, περιόδου, για την ίδια, είναι ίσως η επιλογή της να υποδυθεί την Joan Jett στην επερχόμενη ταινία ‘The Runways’, όπου η Kristen βρήκε την ευκαιρία να επιδείξει τα άγνωστα μέχρι τώρα ταλέντα της στην κιθάρα και στο τραγούδι. Όσο για το πώς αντιμετωπίζει το θέμα του sex appeal? I've always had an aversion to looking sexy, but I've grown out of it” ομολογεί.

Το παραπάνω άρθρο μου δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Libre στο τεύχος Δεκεμβρίου 2009. Αν θέλεις να διαβάσεις περισσότερα για ταινίες με βρικόλακες, πήγαινε εδώ στο μεγάλο κινηματογραφικό αφιέρωμα που ετοίμασα στην αρχή της χρονιάς και θα μάθεις πολλά για τους κοφτερούς κυνόδοντες από σελιλόιντ!

Περισσότερα άρθρα αφιερωμένα σε ηθοποιούς (που κατά την κρίση μου άξιζαν αρκετά για να γράψω γι' αυτούς...) θα βρεις αναρτημένα στο μπλογκ αυτό με παλαιότερες ημερομηνίες, με την ετικέτα "ηθοποιοί που θαυμάζω", όπως για παράδειγμα, το αφιέρωμα στον Jon Hamm που φιλοξενήθηκε στο τεύχος Νοεμβρίου 2010 στο περιοδικό Libre.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Jon Hamm: Sexiest Man Alive?


"Στα χρόνια της παγκόσμιας αντικαπνιστικής εκστρατείας
μια μικρή καλωδιακή τηλεόραση αντιστέκεται..."
(εδώ ο Γαλάτης Jon Hammix μας ανάβει φωτιές
με τα 'Lucky Strike' του)

O Jon Hamm είναι ο Don Draper, το επίμονα ατσαλάκωτο είδωλο του ταλαντούχου διαφημιστή στην πολυβραβευμένη σειρά “Mad Men”. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από το ξεκίνημα της σειράς το 2007 και μέχρι σήμερα, έχει ταυτιστεί με ό,τι πιο προχωρημένο, γοητευτικό και ανδροπρεπές έχει να προσφέρει στο κοινό της η Αμερικάνικη τηλεόραση, που μέσα από τη σειρά σχολιάζει την επαγγελματική ζωή, τις σεξουαλικές περιπέτειες και την ηθική μιας ολόκληρης γενιάς με εξαιρετική αυθεντικότητα. Φέτος ο Jon Hamm αφήνει στην άκρη την 60s γκαρνταρόμπα του και το γραφείο του στην Madison Avenue που τον έχουν κάνει τον αγαπημένο ηθοποιό των κριτικών, για να υποδυθεί για λίγο τον Ειδικό Πράκτορα Frawley, έναν ντετέκτιβ του FBI που κυνηγά μια συμμορία ληστών Τραπεζών στην Βοστώνη. Πρόκειται για το τελευταίο σκηνοθετικό πόνημα του Ben Affleck ονόματι «THE TOWN» (έξοδος στις αίθουσες: 21 Οκτωβρίου), ο οποίος αποδεικνύει περίτρανα με αυτή την ταινία ότι η πρώτη του απόπειρα στην καρέκλα του σκηνοθέτη με το “Gone Baby Gone” (2007) δεν ήταν καθόλου τυχαία.

«Ένα μέρος αυτού που κάνει αυτόν τον ρόλο συναρπαστικό είναι ότι πρόκειται για έναν τύπο του οποίου η ηθική ‘πυξίδα’ είναι αρκετά ευθυγραμμισμένη. Είναι ένας τύπος που ξέρει τι είναι σωστό και τι είναι λάθος και δεν υπάρχουν γκρίζες ζώνες στον κόσμο του… ήταν ωραίο να παίζει κανείς ένα πρόσωπο που δεν ζει μέσα σε τέτοιες ‘γκρίζες ζώνες’» έχει δηλώσει σχετικά ο Jon Hamm, συγκρίνοντας εμμέσως πλην σαφώς τον χαρακτήρα του Frawley με εκείνον του Don Draper – για όσους δεν έχουν δει τη σειρά, ο Don κρύβει την πραγματική του ταυτότητα στη ζωή του και στη δουλειά του, ζει έχοντας κλέψει το όνομά του από τον αξιωματικό με τον οποίο είχε πολεμήσει μαζί στην Κορέα (το πραγματικό του όνομα είναι Dick Whitman), και παράλληλα έχει σχέσεις με διάφορες γυναίκες πίσω από την πλάτη της συζύγου του.


Οποιαδήποτε συζήτηση για την καριέρα του Hamm οδηγεί αργά ή γρήγορα στην αναζήτηση εκείνων των στοιχείων μέσα στον αληθινό Jon Hamm που έχει κάνει τόσο επιτυχημένη την απόδοση του DonDraper, του ρόλου που τον έχει οδηγήσει σε παγκόσμια αναγνώριση, πολλαπλές υποψηφιότητες για βραβεία, και μια Χρυσή Σφαίρα το 2008. «Οι ομοιότητες μεταξύ της δικής μου ζωής και του Don είναι πολύ καλά τεκμηριωμένες…» ομολογεί ο ίδιος. Όπως ο Draper, έτσι και ο Hamm έχασε τους γονείς του πολύ νωρίς στη ζωή του: η μητέρα του πέθανε όταν ήταν 10 ετών και ο πατέρας του μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Jon ήταν ακόμη φοιτητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας. Εξαιτίας αυτής της ατυχίας, ο Jon έχει δηλώσει ότι τον έχουν μεγαλώσει οι μητέρες των φίλων του. Η ηθοποιόςSarah ClarkeTrust Me», «Twilight»), που ήταν το ραντεβού του στο Λύκειο την ημέρα του χορού των αποφοίτων σχολιάζει σχετικά: «ο Jon ήταν πραγματικά αρκετά σοφός σε μια πολύ νεαρή ηλικία… Δεν φανέρωνε αυτό που περνούσε αλλά υπήρχε ένα βάθος στην προσωπικότητά του… ήταν κάποιος στον οποίο μπορούσες να μιλήσεις για πράγματα με έναν διαφορετικό τρόπο».


Ποιος είναι όμως ο πραγματικός Jon (σύντμηση του Jonathan) Hamm; Άνετος, αγυάλιστος, ευφυής και εξωφρενικά αστείος. Αυτή την απάντηση δίνουν, όχι τυχαία, δύο από τους πιο επιτυχημένους Αμερικανούς κωμικούς, ο Paul Rudd και ο Ζακ Γαλυφιανάκης. Ο πρώτος ήταν συγκάτοικος του JonHamm για αρκετά χρόνια στο Λος Άντζελες και ο δεύτερος έχει δηλώσει πως απ’ όλους τους δραματικούς ηθοποιούς που νομίζουν ότι είναι αστείοι ενώ δεν είναι, προτιμά σαφώς τον Jon: «είναι πραγματικά αστείος και πραγματικά το έχει». O Rudd, από την άλλη, που τον γνωρίζει πολύ περισσότερο και έχει μοιραστεί αρκετά χρόνια γκαντεμιάς μαζί του όσο έμεναν μαζί με άλλους δυο συγκατοίκους σε ένα σπίτι στο Silver Lake του Hollywood στα χρόνια της ανεργίας του, λέει πως Jon«είναι ένας από εκείνους τους τύπους που είναι πραγματικά πολύ έξυπνος, αστείος, αθλητικός, και επίσης πολύ όμορφος. Όλα αυτά θα έκαναν κάποιον αρκετά μισητό στο νου μου, αλλά ήταν ακριβώς το αντίθετο. Αυτό που σφυρηλάτησε την φιλία μας είναι αυτή η αίσθηση του χιούμορ». Για του λόγου το αληθές, ο Jon Hamm εμφανίστηκε σε τρία επεισόδια της κωμικής σειράς “30 Rock” το 2009 παίζοντας έναν ξεκαρδιστικά ανόητο ρόλο, αυτό ενός γιατρού που είναι εξαιρετικά όμορφος και αντίστοιχα εξωφρενικά βλάκας – τσαλακώνοντας για πάντα το image του Draper. Η Tina Fey, δημιουργός και πρωταγωνίστρια του show, έχει αστειευτεί, πως η ομορφιά του είναι τόσο λαμπερή ώστε χρειάστηκε «να κάνω μια τρύπα σε ένα χάρτινο πιάτο και να τον κοιτάζω μέσα από εκεί λες και ήταν έκλειψη ηλίου».


Αναπόφευκτα, κάθε αναφορά στον Jon Hamm συνοδεύεται από αντίστοιχα σχόλια. Είναι λίγο δύσκολο να τα αποφύγει κανείς όταν έχει κερδίσει το 2007 το βραβείο του Salon.com «Sexiest Man Living», το 2008 το βραβείο του περιοδικού People «Sexiest Man Alive» και πρόσφατα, το βραβείο του περιοδικού GQ για τον «Άνδρα της Χρονιάς». Η συμπρωταγωνίστριά του στην ταινία “The Town”, Rebecca Hall τον έχει συγκρίνει με τον Gregory Peck. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι θεωρεί αυτές τις τιμές εφήμερες. “Νομίζω πως ότι ορισμός του ‘άντρα-αρσενικό’ κλίνει στις μέρες μας προς αυτό το είδος μέλους κάποιας φοιτητικής αδελφότητας, μια διαφορετική έκδοση σε σχέση με την παλιά, που ο άντρας ήταν απόμακρος και αμέτοχος, όπως ο Gary Cooper, o Cary Grant ή ο James Bond. Τώρα είναι λίγο χυδαίος, κάπως χαμηλών τόνων, και εφηβικός. Δεν είμαι αυτός ο τύπος. Ένα μέρος του να είσαι ενήλικας είναι το να συμπεριφέρεσαι προς τις γυναίκες ως γυναίκες». Η αντιμετώπιση αυτή συνάδει με το γεγονός ότι ο Hamm έγινε σταρ στην ωριμότητά του- ένας από τους λόγους για τον οποίο πολύ συχνά τον συγκρίνουν με τον George Clooney, που επίσης ξεκίνησε την καριέρα του από την τηλεόραση.


Η τηλεόραση στάθηκε καλή απέναντι στον 39χρονο ηθοποιό, η καριέρα του οποίου ξεκίνησε μόλις 10 χρόνια πριν με μια ατάκα στην ταινία του Clint Eastwood «Space Cowboys» (2000). Γι’ αυτό δεν διστάζει να φανεί κι αυτός καλός απέναντί της: «Δεν υπάρχει πλέον το χάσμα που υπήρχε μεταξύ της τηλεόρασης και του κινηματογράφου που υπήρχε παλιότερα- γίνεται φανταστική δουλειά και στα δυο τώρα», υποστηρίζει- και μάλλον έχει δίκιο. Δεν θα μπορούσε να πιστεύει κάτι διαφορετικό, όταν η καριέρα του πριν τους διαφημιστές της Οδού Μάντισον στηρίχθηκε σε τηλεοπτικούς ρόλους: πυροσβέστης στο "Providence" (NBC, 1999-2002), επιθεωρητής στο αστυνομικό "The Division" (Lifetime, 2001-04), και επαναλαμβανόμενες εμφανίσεις στις σειρές "What About Brian" (ABC, 2006-07) και "The Unit" (CBS, 2006-09).


Καθοριστική για τον Hamm και την καριέρα του ήταν η σχέση του με την ηθοποιό και σεναριογράφο Jennifer Westfeldt, με την οποία ζει μαζί από το 1997. Η γνωριμία τους, στην αρχή φιλική, γύρισε σε κάτι πιο σοβαρό όταν ξεκίνησαν να δουλεύουν μαζί ένα θεατρικό έργο. Στα νιάτα του ο Hamm ήταν για ένα διάστημα δάσκαλος Δραματικής Τέχνης στο Λύκειο «John Burroughs» απ’ όπου είχε αποφοιτήσει. Την θεατρική του παιδεία την απέκτησε μετά το Πανεπιστήμιο, όταν για δύο χρόνια ήταν κάτοχος μιας υποτροφίας στη διάρκεια της οποίας συμμετείχε σε 15 διαφορετικές παραστάσεις! Το θεατρικό έργο της Westfeldt, αποτέλεσε τη βάση για την ταινία, "Kissing Jessica Stein" (2002) στην οποία σκηνοθέτης και πρωταγωνίστρια ήταν η ίδια η Jennifer, η οποία και φύλαξε έναν ρόλο και για τον Jon. «Με έσωσε» έχει πει για την Westfeldt ο ηθοποιός, ο οποίος παράτησε την δουλειά του ως setdresser σε ταινίες soft πορνό για να μείνει μαζί της, και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη από το Λος Άντζελες όπου είχε περάσει χρόνια προσπαθώντας να γίνει επαγγελματίας ηθοποιός χωρίς επιτυχία. Η πίστη που δείχνει απέναντί της αν και δεν είναι παντρεμένοι («δεν έχω απατήσει ποτέ στη ζωή μου» έχει πει εκείνος), αποτελεί ακόμη και σήμερα αφορμή για σχόλια γεμάτα περιέργεια. «Ο γάμος δεν σημαίνει τίποτα στ’ αλήθεια για μένα» υποστηρίζει ο Hamm. «Είμαστε και οι δυο σύμφωνοι σε αυτό. Αν και αυτό μπορεί να αλλάξει, δεν ξέρω. Δεν χρειάζομαι να είμαι παντρεμένος, αλλά νιώθω παντρεμένος».

Είναι ευτυχισμένος; «Απόλυτα» δηλώνει. «Έχω μια αρκετά σταθερή σχέση που μου δίνει αγάπη, ευτυχία και άνεση. Έχω ένα σπίτι κι ένα υπέροχο σκύλο. Έχω ζήσει στους καναπέδες, στα υπόγεια φίλων μου. Και μόνο η ιδέα του ότι έχω ένα μέρος δικό μου είναι πραγματικά αξιοσημείωτη». Όπως και το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί πλέον για τους λογαριασμούς… Και παιδιά; «Δεν θέλω απαραίτητα παιδιά. Πολλοί από τους φίλους μας έχουν παιδιά και δεν ξέρω αν είναι για ΄μενα. Δεν έχω πάρει θέση απόλυτα ούτε για τη μια μεριά του επιχειρήματος, ούτε για την άλλη. Νομίζω πως όταν άνθρωποι προέρχονται από μια σταθερή οικογένεια το να κάνουν παιδιά γίνεται μια γιορτή και δεν είμαι σίγουρος ότι θα ήταν έτσι τα πράγματα για ‘μενα».

Για τους φαν του Jon Hamm, ο οποίος φέτος μετακομίζει από την τηλεόραση στον κινηματογράφο, το 2010 είναι μια ενδιαφέρουσα χρονιά. Θα τον δουν στην ταινία των Rob Epstein και Jeffrey Friedman «Ηowl», δίπλα στους James Franco, Mary-Louise Parker, Jeff Daniels, και David Strathairn, μια ανεξάρτητη παραγωγή στην οποία υποδύεται τον Δικηγόρο του ποιητή Allen Ginsberg στη δίκη του περί ασεμνότητας το 1957. Θα τον ακούσουν σε έναν ρόλο cameo ως αρχηγό των ανθρωποφάγων Δράκων εν ονόματι Brogan στην ταινία κινουμένων σχεδίων “Shrek Forever After” («Σρεκ κι εμείς καλύτερα») και αν είναι αρκετά παρατηρητικοί… θα τον εντοπίσουν στην ταινία “The A-team” ως «άλλο» απέναντι στον χαρακτήρα που υποδύεται ο Patrick WilsonWatchmen», «Hard Candy», «Lakeview Terrace»).

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Libre της Θεσσαλονίκης, στο τεύχος Νοεμβρίου 2010.

Y.Γ. η υπογράφουσα δεν υποστηρίζει το κάπνισμα, καθώς έχει αποδειχθεί ότι είναι πολύ βλαβερό στην υγεία- όπως και το ξεχαρμάνιασμα.

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

THE BIG BRIDGES




Έγραψε πάλι η art.em.is.free@gmail.com


JEFF BRIDGES - "Ο μεγάλος "

Στην ταινία “Crazy Heart”(2009), μια ιστορία τόσο συνηθισμένη που αλλιώς θα περνούσε απαρατήρητη, ο Jeff Bridges υποδύεται με μαεστρία τον Bad Blake, έναν 57χρονο αλκοολικό τραγουδιστή της Country που αναγκάζεται να παίζει σε ξεχασμένα από το Θεό μέρη της Αμερικάνικης επαρχίας προκειμένου να βγάλει τα προς το ζην. Η παρουσία του Bridges φέρνει στην οθόνη μια σπάνια αυθεντικότητα η οποία προφανώς συγκίνησε την Ακαδημία τόσο πολύ ώστε να αγνοήσει φέτος την (για πολλούς) εξαιρετική ερμηνεία του συνυποψήφιού του Jeremy Renner (“Hurt Locker”- 2009) και να απονήμει στον Jeff Bridges το πολυπόθητο αγαλματάκι- ένα Όσκαρ το οποίο του ξέφυγε τις προηγούμενες τέσσερις φορές στις οποίες ήταν υποψήφιος.

«Ο μεγάλος Λεμπόφσκι»

Για τους σινεφίλ, ο Jeff Bridges ήταν ήδη μια cult φιγούρα πολύ πριν αποφασίσει να τον τιμήσει η Ακαδημία. Στις συνειδήσεις των κινηματογραφόφιλων λειτουργεί η εξίσωση «Bridges ίσον Big Lebowski», ο κωμικός πρωταγωνιστής της ομώνυμης ταινίας του 1998 των Αδελφών Coen «The Big Lebowski». Ευτυχώς για τους φαν οι αρχικές αμφιβολίες του για το αν θα έπρεπε να αναλάβει τον αντικομφορμιστικό ρόλο δεν υπερίσχυσαν. Ο Lebowski, ή αλλιώς “The Dude”, ο «πιο τεμπέλης άντρας στην κομητεία του Los Angeles» σύμφωνα με τον αφηγητή του φιλμ, είναι ένας καπώς υπέρβαρος πρώην roadie των Metallica που ζει παίζοντας bowling, πίνοντας κοκτέιλ White Russian και καπνίζοντας χασίς, ντυμένος με βερμούδες και πλαστικά πέδιλα σαν τα αλητάκια που τριγυρνάνε στις παραλίες της Καλιφόρνια.

Ο Jeff Bridges είναι άλλωστε γέννημα-θρέμμα του Los Angeles και κυριολεκτικά προορισμένος από την κούνια να γίνει ηθοποιός. Γεννημένος στις 4 Δεκεμβρίου 1949, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην οθόνη στην ηλικία των… τεσσάρων μηνών – ως βρέφος στην ταινία “The Company She Keeps” (1950). Στην ηλικία των 8 ετών ήταν ήδη ηθοποιός: συμπρωταγωνιστής του πατέρα του Lloyd Bridges και του αδελφού του Beau Bridges στην τηλεοπτική σειρά περιπέτειας «Sea Hunt» (1957-1961). «O πατέρας μου πάντα έλεγε, “θες αυτό το ρόλο”;» έχει δηλώσει ο Jeff το 1999. «”Θα λείψεις από το σχολείο για καμιά δυο βδομάδες”. Και όταν είσαι οχτώ χρονών, έχει κατά κάποιο τρόπο πλάκα». Από τον πατέρα του πήρε όχι μόνο τις πρώτες του ευκαιρίες αλλά και τα πρώτα του μαθήματα καριέρας, βλέποντάς τον να παίζει ξανά και ξανά τον ίδιο ρόλο μετά το “Sea Hunt”: πρέπει κανείς να στοχεύει στην ποικιλία. « Έχω παίξει πολλούς διαφορετικούς ρόλους και δεν δημιούργησα μια persona στην οποία μπορεί το κοινό να σκαλώσει. Έχω παίξει τα πάντα, από ψυχοπαθείς δολοφόνους ως ρομαντικούς πρωταγωνιστές», λέει χαρακτηριστικά, δίνοντας την αιτία για την οποία δεν είχε δημοφιλείς επιτυχίες όπως άλλοι ηθοποιοί της γενιάς του που είναι και ανάλογοι των ικανοτήτων του. Ο Jeff Bridges εκτός από την εμπειρική εκπαίδευση που έλαβε από την οικογένειά του, σπούδασε υποκριτική στο Herbert Berghof Studio στη Νέα Υόρκη.

«Η μεγάλη Ληστεία της Μοντάνα»

Η πρώτη ταινία όπου ο Jeff Bridges έκανε αίσθηση ήταν στην «Τελευταία Παράσταση» (“The Last Picture Show” - 1971) του Peter Bogdanovich, όπου υποδήθηκε τον γοητευτικό νεαρό Duane Jackson. Ήταν η πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ, στην ηλικία μόλις των 23 ετών. Ακολούθησε η σημαντική συνεργασία με τον John Huston στο “Fat City” (1972) και το “Bad Company” (1972) του Robert Brenton πριν εντυπωσιάσει ξανά στο «The Last American Hero» (1973) και επιβεβαιωθεί υποκριτικά στην μεταφορά του θεατρικού έργου του Ευγένιου Ο’ Νηλ «The Iceman Cometh» (1973) στην οθόνη από τον John Frankenheimer. Ωστόσο η αποκάλυψη του ταλέντου του ήταν το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael CiminoThunderbolt and Lightfoot” (στα ελληνικά «Η μεγάλη Ληστεία της Μοντάνα» - 1974) όπου υποδύθηκε τον «Ελαφροπάτητο» Lightfoot και έκλεψε την παράσταση από τον συμπρωταγωνιστή του Clint Eastwood, κερδίζοντας παράλληλα άλλη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ. Επίσης την ίδια δεκαετία τον είδαμε να συμπρωταγωνιστεί με την Jessica Lange στο “King Kong” (1976).

Για τον ίδιο τον ηθοποιό, ήταν η ταινία του Frankenheimer που καθόρισε την απόφασή του να γίνει επαγγελματίας ηθοποιός: «Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν ήμουν σίγουρος αν θα έκανα την ηθοποιία το κέντρο της προσοχής μου, επαγγελματικά» έχει πει σχετικά. «Ενδιαφερόμουν για την μουσική, την ζωγραφική και άλλες δημιουργικές επιδιώξεις. Έκανα τις ταινίες με μια στάση σαν από καπρίτσιο- δεν ήμουν και τόσο σοβαρός όσο ένας απόλυτα επαγγελματίας. Ύστερα ήρθε το “The Iceman Cometh”. Κάναμε οκτώ βδομάδες πρόβες και μετά γυρίσματα για δυο βδομάδες. Οπότε ήταν σχεδόν το αντίθετο από τον τρόπο με τον οποίο γυρίζονται οι περισσότερες ταινίες. Ήταν εξαιρετικά διαφωτιστικό. Μετά από αυτή την εμπειρία αποφάσισα ότι μπορώ να το κάνω αυτό για την υπόλοιπη ζωή μου με έναν επαγγελματικό τρόπο».

«Starman»

Η επόμενη υποψηφιότητα του Bridges για Όσκαρ ήρθε με την ταινία επιστημονικής φαντασίας του John CarpenterStarman” (1984). Από τη διαδικασία των γυρισμάτων δημιουργήθηκε επίσης μια φιλία ζωής για τους δυο άντρες. Ο Carpenter έχει δηλώσει για το θέμα: «ο Τζεφ είναι ο καλύτερος, ως ηθοποιός και ως άνθρωπος. Είναι μακράν ο καλύτερος ηθοποιός της γενιάς του». Η δεκαετία επιφύλασσε και επιτυχίες και αποτυχίες στον Jeff Bridges. Από τη μια το επικό "Heaven's Gate" (1980) του Michael Ciminο το οποίο «σκότωσε» το studio, και από την άλλη εμπορικές επιτυχίες όπως το "Against All Odds" (1984) του Taylor Hackford. Ένα χρόνο αργότερα, ο Bridges απόλαυσε την πιο κερδοφόρα επιτυχία του, το θρίλερ "Jagged Edge" (1985), με συμπρωταγωνίστρια την Glenn Close.

Από τη δεκαετία αυτή αξίζει να σημειώσουμε επίσης το sci-fi cult classicTron” (1982) και τις συνεργασίες του με τον Sidney Lumet στο «The Morning After» (1986) και με τον Francis Ford Coppola στο "Tucker: The Man and His Dream" (1988) όπου ο Jeff δούλεψε ξανά με τον πατέρα του, Lloyd, καθώς και το "The Fabulous Baker Boys" (1989) όπου είχε την ευκαιρία να δουλέψει μαζί με τον αδελφό του, Beau. H ταινία έχει μείνει στη μνήμη των σινεφίλ για την σκηνή όπου η Michelle Pfeiffer τραγουδά το «MakinWhoopee» ξαπλωμένη πάνω στο πιάνο. Η εξαιρετική της παρουσία τιμήθηκε με μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου. «Πέρασα πολύ καλά κάνοντας εκείνη την ταινία» θυμάται τώρα ο Bridges. «Είχε τόσο θαυμάσια μουσική- όλα εκείνα τα κλασικά ποπ και τζαζ κομμάτια. Και το “Crazy Heart”, αρχικά το προσπέρασα όταν ακόμη δεν είχε συναπτόμενη μουσική. Αλλά έναν χρόνο μετά, ο φίλος μου T-Bone Burnett (που σημειωτέον κέρδισε Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού φέτος για το “Crazy Heart”) είπε ότι ενδιαφέρεται να κάνει τη μουσική και τότε είπα 'Oh God, lets go!’ Έτσι, πολλά τραγούδια γράφτηκαν για μένα». Ένα από τα κρυφά ταλέντα του Jeff Bridges είναι βλέπετε η κιθάρα. Το άλλο, είναι η σταθερότητα στις σχέσεις του. Είναι παντρεμένος επί 33 χρόνια με την Suzan Geston και έχουν 3 κόρες, τις Isabelle, Jessica, και Hayley.

«The Contender»

Μέχρι την επόμενη υποψηφιότητά του, στο πολιτικό δράμα «Η Αντιπρόεδρος» για τον ρόλο του ως μηχανορράφου Προέδρου ("The Contender" -2000) και το μουσικό του ντεμπούτο «Be Here Now» την ίδια χρονιά (όπου ξεχωρίζουν οι συμμετοχές των Michael McDonald and David Crosby) μεσολάβησαν τα 90’s και μια σειρά από θετικές και αρνητικές επιλογές ρόλων. Στα συν πρέπει να προσθέσουμε τη δραματική κομεντί του Terry Gilliam "The Fisher King" (1991), με συμπρωταγωνιστή τον Robin Williams, την εξαιρετική ερμηνεία του Bridges στο «Fearless» (1993) και το πολύ καλό θρίλερ του Mark PellingtonArlington Road” (1999) όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Tim Robbins. Στα μείον βρίσκονται τα "Blown Away" (1994), με τον Tommy Lee Jones, και δύο ταινίες με την Saron Stone, τα «The Muse»(1999) και “Simpatico” (1999), καθώς και μια σειρά από ταινίες που απέτυχαν στα ταμεία αν και ήταν καλές προσπάθειες: "American Heart" (1993) του Martin Bell, "Wild Bill" (1995) του Walter Hill, και "White Squall" (1996) του Ridley Scott. Ο Jeff Bridges δοκίμασε και το κωμικό του ταλέντο στην ρομαντική κομεντί "The Mirror Has Two Faces" (1996) με συμπρωταγωνίστρια την Barbra Streisand με έναν μάλλον θετικό απολογισμό. Η δεκαετία του ‘90 χάρισε στον ηθοποιό εκτός των άλλων κι ένα αστέρι στο Hollywood Walk of Fame.

«The Iron Man»

Την τελευταία δεκαετία είδαμε τον Jeff Bridges σε μια σειρά από πολύ ενδιαφέροντες ρόλους. Ως Δόκτωρ Mark Powell στο “K-Pax” (2001), του Iain Softley μαζί με τον Kevin Spacey, ως Charles Howard στο “Seabiscuit” (2003), του Gary Ross με τον Tobey Macguire, και στο "Masked & Anonymous" (2003), με τον Bob Dylan. Ο Jeff Bridges δάνεισε επίσης τη φωνή του στο ξεκαρδιστικό animationSurfs Up”(2007) όπου ήταν απίθανος ως μέντορας και πρώην πρωταθλητής του surfing Big Z”. Οι εμφανίσεις του στα “Tideland” (2005) του Terry Gilliam και “Stick It” (2006) της Jessica Bendinger δεν έχουν κάτι σημαντικό να προσθέσουν στη φιλμογραφία του. Αξίζει να σημειώσουμε όμως την υποστήριξη που παρείχε στον Terry Gilliam για το ντοκυμαντέρ «Lost in La Mancha», την αφήγηση του οποίου ανέλαβε ο Bridges, όπου παρακολουθήσαμε το χρονικό της καταστροφής στα γυρίσματα της ταινίας του Gilliam «Δον Κιχώτης» στην Ισπανία.

Το κοινό πρόσεξε επίσης τον Jeff Bridges και στο ρόλο του Obadiah Stane στην εμπορική επιτυχία Iron Man” (2008), όπου έπαιξε τον δεύτερο στην ιεραρχία της «Βιομηχανίας Stark» δίπλα στον πρώτο, άσωτο υιό Tony Stark (Robert Downey, Jr.) ενώ τελευταία τον είδαμε στην κωμωδία «How to Lose Friends and Alienate People» (2008) και στην σάτιρα “The Men Who Stare at Goats” (2009) δίπλα στον George Clooney. Φέτος θα πρωταγωνιστήσει στην αναβίωση του «Tron», το sequelTron Legacy” με ένα cast που περιλαμβάνει τους Martin Sheen, Olivia Wilde και John Hurt, ενώ συμμετέχει και στην επόμενη ταινία των Αδελφών CoenTrue Grit”, δίπλα στους Matt Damon και Josh Brolin.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Libre (Απρίλιος 2010)