the girl with the dragon tattoo

the girl with the dragon tattoo
Yes, I have a dragon tattoo as well
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2024

Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης - “ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΚΟΡΜΙΑ” της Ελίνας Ψύκου

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Είναι 2 το μεσημέρι στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, Πέμπτη 14 Μαρτίου. Στις 2.30 μμ προβάλλεται η ταινίας της Ελίνας Ψύκου “Αδέσποτα Κορμιά”.
 
H πύλη του λιμανιού έχει κλείσει από την αστυνομία. Δεν επιτρέπεται σε διερχόμενα οχήματα να μπουν στο χώρο. Επιτρέπεται η πρόσβαση μόνο σε πεζούς από μια πλάγια πόρτα μετά από έλεγχο των εισιτηρίων, και μάλιστα ανοίγουν και τσάντες (για να δουν αν κανείς κουβαλά κάποιο ύποπτο υλικό, εκρηκτικά ή όπλα, υποθέτω).

Μια κλούβα έχει σταθμεύσει έξω από το μουσείο κινηματογράφου και τα ΜΑΤ έχουν παραταχθεί απ' έξω. Οι αίθουσες Τζον Κασσαβέτης και Σταύρος Τορνές στην αποθήκη 1 έχουν προστατευτικό κιγκλίδωμα. Περνάς μόνο με την επίδειξη του εισιτηρίου σου.
 
Μέχρι να μπω στην αίθουσα με έχουν ελέγξει τρεις φορές και έχω επιδείξει την ταυτότητα της διαπίστευσης άλλες τόσες. Έχω εκνευριστεί, όχι από τους ελέγχους που τελικά έχουν γίνει απαραίτητοι για λόγους ασφάλειας, αλλά από το γεγονός ότι χρειάζεται να υπάρχει ασφάλεια για να δει κανείς απλώς μια ταινία!

Μια ταινία που πάρα πολλοί βιάστηκαν να κρίνουν από το ... εξώφυλλο. Δηλαδή και μόνο από την αφίσα της, χωρίς να έχουν ιδέα τι διαπραγματεύεται στ' αλήθεια και ποιό είναι το νόημά της. Και που θεώρησαν αυτόματα ότι διαπομπεύει τα ιερά σύμβολα και την πίστη τους.

Κάτι που δεν κάνει η ταινία και δεν είναι αυτός ο στόχος της.

Δεν ξέρω τι περίμενα να δω, γιατί δεν ήξερα τι θα δω πέρα από την πολύ μικρή σύνοψη που διάβασα για την ταινία, αλλά σίγουρα τίποτα ακριβώς απ' όσα είδα τελικά.
Μια σύνοψη: Τα Αδέσποτα Κορμιά εξερευνούν τη σωματική αυτονομία σε μια Ευρώπη, όπου επιτρέπεται να ταξιδέψεις, να εργαστείς και να καταναλώσεις ελεύθερα αλλά όχι πάντα να ζήσεις ή να πεθάνεις όπως επιθυμείς. Η νέα ταινία της Ελίνας Ψύκου είναι ένα ντοκιμαντέρ με τη μορφή road movie.

Δεν λέει και πολλά η σύνοψη. Σίγουρα δεν αποτυπώνει ακριβώς αυτό που αποκομίζει κανείς βλέποντας την ταινία. Μια ταινία που αγκαλιάζει τον άνθρωπο και τα πάθη του, που δεν κρίνει, που δίνει χώρο σε κάθε άποψη για τη ζωή και το θάνατο. Μια ταινία που αγκαλιάζει διαφορετικές οπτικές πάνω στην ηθική, οπτικές που μπορεί να συγκρούονται, αλλά τις παρουσιάζει αυτούσιες, και αφήνει τον θεατή να κρίνει αυτός το που στέκεται και που βρίσκεται, όχι μόνο μπροστά στο θαύμα της ζωής, αλλά και στο φαινόμενο του θανάτου.

Και επειδή το θέμα της ταινίας δεν είναι απλώς η άμβλωση, αλλά η ιδέα που έχει ο καθένας μας για τη ζωή και το θάνατο, για το πως θέλει να ζήσει και το πως θέλει ενδεχομένως να πεθάνει, όταν βλέπει πως έρχεται η ώρα του, η ταινία βάζει το ερώτημα: ποιός το αποφασίζει αυτό;
 
Και δεν δίνει απαντήσεις, δεν διδάσκει. Αντί γι' αυτό, δείχνει την αντιμετώπιση μπροστά στο θάνατο και την ασθένεια, από δύο τελείως διαφορετικές οπτικές. Από την μια, την άποψη ενός καλόγερου που είναι ανάπηρος και υποβοηθάται στο να συνεχίζει να ζει, γιατί πιστεύει ότι μόνο ο Θεός μπορεί να αποφασίσει γι' αυτό, και την άποψη άλλων ανθρώπων, που φτάνουν στο γήρας και ταλαιπωρούνται από τον πόνο, την ασθένεια και την αναπηρία, και επιθυμούν την ευθανασία. Και οι απόψεις τους προβάλλονται χωρίς επεμβάσεις από την αφήγηση της ταινίας. Είναι ισότιμες, όπως θα έπρεπε να είναι και οι ζωές των ανθρώπων.
 
Αυτή η ανοιχτή προσέγγιση, που αναδεικνύει ένα ελεύθερο βλέμμα και προέρχεται από ένα ελεύθερο πνεύμα που την δούλεψε και κόπιασε να την προσφέρει στο κοινό, όχι μόνο δεν εκτιμήθηκε, αλλά κρίθηκε πριν καν παρουσιαστεί.
 
Στην ερώτησή μου προς την σκηνοθέτιδα, για το πως διαχειρίζεται την σύγκρουση που προέκυψε κατά την προβολή της ταινίας, σε μια αίθουσα που αστυνομοκρατείται, απάντησε στο ίδιο πνεύμα: ανοιχτά το διαχειρίστηκε. Κράτησε ανοιχτά τα social media της ίδιας για να γράψει ο καθένας αυτό που ήθελε, παρόλο που μπορούσε να τα κλείσει. Επέλεξε να μην ακυρώσει τις προβολές όπως ενδεχομένως θα ήθελαν κάποιοι, αλλά να γίνουν, έστω και με παρουσία αστυνομίας. Της προτάθηκε να υπάρξει αστυνόμευση, και δέχθηκε να υπάρξει για λόγους ασφαλείας. Θα μπορούσε να είχε κάνει άλλες επιλογές, αλλά διάλεξε αυτή που συμβαδίζει με τις αρχές της: δεν δέχτηκε να αυτολογοκριθεί.

Είναι τραγικό να βρισκόμαστε στη θέση αυτή, του να πρέπει να προστατεύσουμε με τέτοια μέσα την ελευθερία του λόγου.

Στην ερώτηση του κοινού, για το αν ήθελε να προκαλέσει με την αφίσα της ταινίας, η σκηνοθέτης απάντησε πως δεν είχε σκοπό κάτι τέτοιο. Αυτό που ήθελε να γίνει ήταν να ανοίξει μια συζήτηση για τα θέματα της πίστης, της άμβλωσης, της ευθανασίας. Δεν περίμενε ότι θα συμβεί αυτό που συνέβη, ούτε και το είχε σκοπό. Θεωρεί ότι αυτό που γίνεται αυτή τη στιγμή δεν είναι συζήτηση. Μάλιστα, η μόνη στιγμή που έδειξε εκνευρισμό ήταν με την συγκεκριμένη ερώτηση, παρατηρώντας ότι υπάρχει απαξίωση για την ελληνική τέχνη, και ότι μόνο με αυτή την αφορμή για την αμφιλεγόμενη αφίσα ενδιαφέρθηκαν δημοσιογράφοι που χρόνια απαξιώνουν το έργο ελλήνων καλλιτεχνών να πάρουν συνέντευξη από την ίδια. Και η απαξίωση της Ελίνας Ψύκου, που υπηρετεί την τέχνη της για περισσότερο από δέκα χρόνια, και που όποιος έχει δει ταινίες της αναγνωρίζει την αξία της, είναι ποταπή.
 
Η ταινία κάνει το εξής ανορθόδοξο: κάποια στιγμή παρουσιάζει όλες τις μητέρες, ως ιερές, ως Παναγίες. Το κάνει με παιχνιδιάρικη διάθεση, με μουσική στο φόντο, σαν να γυρίζει βίντεο κλιπ, και όταν ρωτήθηκε η σκηνοθέτης γιατί χρησιμοποιεί σύμβολα της πίστης, απάντησε πως τα σύμβολα μπορούν να επανανοηματοδοτηθούν.




Δεν βρίσκω τίποτα ανακόλουθο με την πίστη στο Θεό, το γεγονός ότι όλες οι μητέρες μπορεί να είναι και ιερές. Κι αν αυτό δεν παρουσιάστηκε με την συνηθισμένη τεχνοτροπία της βυζαντινής τέχνης την οποία χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα, και αντί γι' αυτήν την τεχνοτροπία επιλέχθηκε άλλη, δεν το θεωρώ βλασφημία ούτε προσβολή των Χριστιανικών ηθών. Αντίθετα, θεωρώ το γεγονός του να εμπνέεται κανείς από διαχρονικά σύμβολα, ως τιμή προς την πίστη, και κάθε πιστός θα έπρεπε να χαίρεται που ακόμα και σήμερα τα πάθη του Χριστού και η εικόνα της Παναγίας εμπνέει καλλιτέχνες να δημιουργήσουν.
 
Θεωρώ κακόπιστη την κριτική που έλαβε η ταινία. Η θέση της σκηνοθέτιδας ήταν να ακολουθήσει τις γυναίκες στην πορεία τους: γυναίκες που είτε ήθελαν είτε δεν ήθελαν να γίνουν μητέρες. Η θέση της είναι ότι η γυναίκα πρέπει να μπορεί να επιλέξει πότε θα γίνει μητέρα ή όχι.
 
Ζούμε την ζωή μας, ο καθένας έτσι όπως νομίζει, πιστεύει και μπορεί. Έτσι όπως θέλουμε, ζούμε τελικά. Και η ελευθερία της βούλησης είναι κάτι που δεν μπορεί η Εκκλησία να αφαιρέσει από τον άνθρωπο. Αντίθετα, η σύγχρονη θεολογία με κάθε τρόπο τονίζει την δυνατότητα αυτή του ανθρώπου και τονίζει ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελευθερία της βούλησης.

Δεν μπορούμε εμείς να αποφασίσουμε ποιό είναι το θέλημα του Θεού. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι, να ζούμε με βάση τις επιλογές μας και να δεχόμαστε τις συνέπειες των επιλογών μας.
Οτιδήποτε άλλο είναι υποκρισία, καταπίεση και ηθικολογία. Και δεν αξίζει σε κανέναν άνθρωπο να ζει έτσι.
 
Για μένα η αφίσα της ταινίας έχει ένα πολύ συγκεκριμένο νόημα, αλλά είναι το νόημα που δίνω εγώ η ίδια: αν ο Χριστός πέθανε στο σταυρό, δεν σημαίνει ότι πέθανε μόνος. Σταυρώθηκε και η μητέρα του, γιατί ποιά μητέρα θα έβλεπε το παιδί της να πεθαίνει με αυτό τον τρόπο, και δεν θα ένιωθε ότι σταυρώνεται και η ίδια; Και πέρα από αυτό, μια σύγχρονη μητέρα, κουβαλάει τον δικό της σταυρό. Δεν είναι εύκολη η απόφαση να φέρεις έναν άλλον άνθρωπο στη ζωή. Και η περιπέτεια της κύησης είναι μια μεγάλη δοκιμασία για μια γυναίκα, που κανείς άντρας δεν μπορεί να νιώσει και να αντιληφθεί σε όλο της το εύρος και όλο της το βάθος. Δεν περνάει μέσα από το δικό του σώμα η κύηση. Δεν πρέπει να σταυρώνουμε τις γυναίκες, αν μείνουν έγκυες, είτε από τύχη (γιατί η εγκυμοσύνη δεν είχε προγραμματιστεί από τους γονείς), είτε από επιλογή (επειδή για παράδειγμα είναι μόνες αλλά επιθυμούν να γίνουν μητέρες παρόλα αυτά), και να πιστεύουμε ότι είμαστε σε θέση να αποφασίζουμε εμείς αν μπορούν ή όχι να γίνουν μάνες σύμφωνα με την δική μας ηθική. Είτε είναι έτοιμες να το κάνουν ή όχι. Και αν μια γυναίκα δεν μπορεί να μεγαλώσει ένα παιδί, αυτό δεν είναι το τέλος του κόσμου, ούτε το τέλος της ζωής. Η ζωή συνεχίζεται με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο.
 
Προσωπικά, δεν έχω έρθει ποτέ στη θέση να πρέπει να αποφασίσω αν θα φέρω μια ζωή σε αυτό τον πλανήτη ή οχι. Επέλεξα να μην γίνω μάνα, ποτέ δεν χρειάστηκε να μπω σε δίλημμα για το αν πρέπει να κρατήσω ή όχι στη ζωή ένα έμβρυο. Αν έπρεπε να επιλέξω, δεν ξέρω τι θα έκανα. Σίγουρα θα εξαρτιόταν από πολλά πράγματα η απόφασή μου. Σίγουρα δεν θεωρώ ότι το να κάνει κάποια γυναίκα άμβλωση είναι μια εύκολη απόφαση. Το αντίθετο, θεωρώ ότι είναι μια εξαιρετικά δύσκολη απόφαση και πιστεύω ότι μια γυναίκα πρέπει να μπορεί να είναι ελεύθερη να αποφασίσει η ίδια, γιατί μόνο εκείνη ξέρει τι ζει και τι μπορεί να κάνει. Κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να μπορεί να της επιβάλει να γίνει μητέρα αν δεν το θέλει και η ίδια.

Κάποιοι άντρες επιλέγουν τις εύκολες λύσεις. Αφήνουν νεαρές κοπέλες έγκυες, τις εγκαταλείπουν και θεωρούν ότι από κει και πέρα είναι απόφαση της γυναίκας για το αν θα μεγαλώσει ένα παιδί και με ποιά μέσα- μια τέτοια περίπτωση δείχνει και η ταινία. Είναι πολύ εύκολο να μετακυλίσει κάποιος την ευθύνη σε μια γυναίκα, καθώς η ίδια θα λουστεί τις συνέπειες, και όταν ο ίδιος συμπεριφέρεται τόσο ανεύθυνα, θεωρώ ανήθικο το να πέφτει το βάρος μιας απόφασης στη γυναίκα που μένει έγκυος και που πρέπει μόνη της να αποφασίσει τι θα κάνει με το παιδί -αν μπορεί να το μεγαλώσει η ίδια ή όχι – τελικά να κατακρίνεται για οποιαδήποτε απόφασή της.

Αν πιστεύει κανείς ότι η ζωή είναι ιερή, ας βοηθήσει τις γυναίκες αυτές να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Ας δημιουργήσει ένα σύστημα υποστήριξης των γυναικών που δεν θέλουν να προβούν σε αμβλώσεις αλλά δεν μπορούν να μεγαλώσουν μόνες τους τα παιδιά τους. Οτιδήποτε άλλο είναι υποκρισία, ηθικολογία, και καταπίεση.
 
Μακρυγορώ αλλά αυτά είναι θέματα που με απασχολούν παρόλο που δεν είμαι μητέρα και δεν νομίζω να γίνω στην ηλικία που είμαι. Με ενοχλεί αφάνταστα η επιμονή των αντρών να γίνουν πατέρες χωρίς την συναίνεση της γυναίκας. Αυτό είναι βιασμός. Πως μπορείς να θεωρείς ιερή μια μήτρα, αλλά ταυτόχρονα να θεωρείς ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θες με αυτήν; Μόνος σου θα αποφασίσεις αν θα γίνεις πατέρας; Είναι ιερό καθήκον των γυναικών να γίνουν όλες μητέρες; Δεν νομίζω. Άλλωστε υπάρχουν πολλές μητέρες που από τη φύση τους πχ λόγω ασθένειας δεν μπορούν να το κάνουν. Αν μη τι άλλο, το να θεωρεί ένας άντρας ότι όποτε θέλει να γίνει αυτός πατέρας είναι ιερό (άρα είναι και ιερό και το δικό του σπέρμα), αυτό κι αν είναι βλασφημία. Ποιός σε όρισε εσένα ερμηνευτή της θέλησης του Θεού; Αυτό είναι ο ορισμός της πατριαρχίας. Κι αυτό θα έπρεπε να αντίκειται στην Χριστιανική ηθική. Αλλά η ερμηνεία του Χριστιανισμού έχει τόσο διαστρεβλωθεί, στις μέρες μας, από τον πουριτανισμό και την πατριαρχία, που έχει γίνει πια αγνώριστη.
 
Επίσης, υπάρχουν 8 δις άνθρωποι πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, κι αν έχουν μειωθεί οι γεννήσεις, είναι για καλό: γιατί ο πλανήτης δεν θα αντέξει άλλα τόσα δις ανθρώπων στην πλάτη του.
Όταν μια γυναίκα λέει ΟΧΙ υπάρχει λόγος που λέει ΟΧΙ. Δεχθείτε το και αφήστε την ελεύθερη να αποφασίσει.
 
Πόσες γυναίκες έγιναν μάνες ενώ δεν ήταν έτοιμες; Δυστυχισμένες μητέρες μεγαλώνουν δυστυχισμένα παιδιά. Τα κακοποιούν. Είναι συναισθηματικά απόμακρες. Τα παραμελούν. Αυτό είναι το μέλλον της ανθρωπότητας στο οποίο προσβλέπουμε;


Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Μεγάλο Κινηματογραφικό Αφιέρωμα: Βρικόλακες

H αφίσα από την ταινία του Αl Adamson
"Dracula vs. Frankenstein" (1971)

***

Vampire Mania

Βρικόλακας είναι… θα περάσει

Το “άστρο” του …Λυκόφωτος ανέτειλε το 2008, και το πολλά υποσχόμενο «Twilight» ήρθε κι έφυγε, αφήνοντας πίσω του μάλλον διφορούμενες εντυπώσεις και μια βαμπιρομανία εξίσου ισχυρή όσο και αδικαιολόγητη. Το sequel του «Twilight: New Moon» δίχασε ακόμη περισσότερο το κοινό, μεταξύ των φανατικών new age βρικολακόφιλων, και των πιο απαιτητικών σινεφίλ. Οι μεν fan(g)s τρελαίνονται στη θέα των Pattinson & Stewart, οι δε ανυποψίαστοι θεατές που πήγαν στο σινεμά για να περάσουν καλά, βαρέθηκαν μέχρι θανάτου κι έκλαψαν κάθε ευρώ από τα λεφτά του εισιτηρίου τους…Χάσμα γενεών! Το Libre βάζει τα πράγματα στη θέση τους: το 2009, είχαμε δυο φοβερές, εξαιρετικές εκπλήξεις στο είδος. Η πρώτη είναι η Thirst [αλλιώς:Bakjwi] (2009) του Chan-wook Park, την οποία είδαμε στο Φεστιβάλ Κιν/φου της Θεσσαλονίκης, και η δεύτερη το υπέροχο σουηδικό φιλμ Let the Right One In (2009) του Tomas Alfredson. Αντί να χάσετε το χρόνο σας βλέποντας sequel του Twilight, αναζητήστε αυτές τις δυο ταινίες -και, εγγυημένα, δεν θα χάσετε.



Η «σιωπηρή» αρχή και το κουβάρι του μύθου

Η «μανία» για τους βρικόλακες στο σινεμά δεν έπαψε ποτέ, από την γέννησή του. Εν αρχή ην το Nosferatu (1922), ασπρόμαυρη, βουβή ταινία σε σκηνοθεσία F.W. Murnau. Το κλασικό αυτό Γερμανικό φιλμ είναι η αυθεντική και για πολλούς, τρομαχτικότερη διασκευή του μύθου του Δράκουλα. Μετέτρεψε το μυθιστόρημα του Bram Stoker σε ένα στοιχειωμένο όνειρο γεμάτο σκιές και τρόμο. Ο Κόμης Orlok, ο βρικόλακας που μοιάζει με τρωκτικό, σε μια φοβερή performance του Max Schreck, είναι ίσως η πιο ζωώδης αναπαράσταση ενός vampire που έχει κινηματογραφηθεί ποτέ.

H γαλλική αφίσα από την ταινία
του Tod Browning "Dracula" (1931)

Τα σκήπτρα του είδους, με την μεγαλύτερη φιλμογραφία κρατά από το 1931 ο χαρακτήρας του Κόμη Δράκουλα. Η ομώνυμη, ομιλούσα ταινία του Tod Browning ανέβασε τον πρωταγωνιστή της Bela Lugosi στην κορυφή της υποκριτικής τέχνης και από τότε τον ξέχασε εκεί… Αξεπέραστη ερμηνεία, κι ένας χαρακτήρας που ύπουλα κέρδιζε τον θεατή με την γοητευτική, ευγενική του παρουσία, τους πολιτισμένους του τρόπους, τη χάρη και τον αριστοκρατικό του αέρα.

H αγγλική αφίσα από την ταινία
του Tod Browning "Dracula" (1931)

Πέρα όμως από το μύθο του Ρουμάνου Κόμη της Τρανσυλβανίας, υπάρχουν δυο πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες με επίκεντρο γυναικείους χαρακτήρες, εξίσου σημαντικές με το μύθο του Κόμη Δράκουλα, οι οποίες έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κόρον στο σινεμά. Ο ένας μύθος αφορά την Κόμισσα Elisabeth Bathory, μια Ουγγαρέζα αριστοκράτισσα του 16ου αιώνα, η οποία είχε τη φήμη ότι βασάνισε και σκότωσε 650 παρθένες, και στη συνέχεια απόλαυσε κυριολεκτικά ένα λουτρό αίματος, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα διατηρούσε την νεότητά της. Ο δεύτερος μύθος, προέρχεται από το ερωτικό μυθιστόρημα του Joseph Sheridan LeFanu «Carmilla» (1871), που διηγείται την ιστορία της Κόμισσας Millarca Karnstein, η οποία ζούσε ανά τους αιώνες μετατρέποντας νεαρά κορίτσια σε βαμπίρ.


Ένα από τα πρώτα κλασικά φιλμ με πρωταγωνίστριες γυναίκες βρικόλακες είναι το Vampyr (1932), του Carl Dreyer, μια ελεύθερη διασκευή του μύθου της Carmilla. Μια ακόμη πολύ ενδιαφέρουσα ταινία της ίδιας περιόδου, αποτελεί το Draculas Daughter (1936) με πρωταγωνίστρια την Gloria Holden στο ρόλο της Κόμισσας Marya Zaleska, που πιάνει το μύθο από εκεί που τον άφησε ο Tod Browning: τη δολοφονία του Κόμη από τον Δόκτωρα Van Helsing.


Ηοllywood vs. Hammer Films

Την συνέχεια της… οικογενειακής ραψωδίας αναλαμβάνει λίγα χρόνια αργότερα ο Lon Chaney Jr., στο ρόλο του γιου του κόμη, στο φιλμ με τον ταιριαστό τίτλο Son of Dracula (1943), μια ταινία τρόμου αριστοτεχνικά στημένη από τον μάστορα του film-noir Robert Siodmak. Στη δεκαετία του ‘40 μια από τις πιο καταπληκτικές ταινίες με πρωταγωνιστή τον Lugosi (αυτή τη φορά στο ρόλο του επιστήμονα Tesla) είναι το The Return of the Vampire (1944). Αν και τίποτα περισσότερο από μια b-movie της Columbia, η ταινία μένει αξέχαστη λόγω της ομιχλώδους, εξπρεσσιονιστικής της ατμόσφαιρας και της εξαιρετικής φωτογραφικής χρήσης των σκιών μπροστά στην κάμερα, με τον Lugosi να γλιστρά ανάμεσα στις κρύπτες και στο σκοτάδι των νεκροταφείων, μπροστά στα μαγνητισμένα μάτια του κοινού, ένα κοινό γοητευμένο από την spooky μουσική: must για όσους λατρεύουν το Gothic. Πρόκειται για την πρώτη ταινία, ιστορικά, όπου εμφανίζεται ο χαρακτήρας ενός Λυκανθρώπου μαζί με έναν Βρικόλακα.




Aφίσα για την ταινία
του Fernando Méndez "Les Proies Du Vampire"
(aka "El Vampiro") (1957)

Η επόμενη είναι το House of Dracula (1945), αυτή τη φορά με τον Lon Chaney στο ρόλο του λυκάνθρωπου, και τον John Carradine ως κόμη, παρέα με το τέρας του Frankenstein και μια βοηθό που μοιάζει με τον Κουασιμόδο, έτσι για αλατοπίπερο. Όλα τα τέρατα έρχονται στον Δόκτωρα Edelman, ψάχνοντας θεραπεία για την τερατοσύνη τους…και ναι ίσως να μην είναι ένα από τα θαύματα της 7ης τέχνης, αλλά σίγουρα μια άκρως διασκεδαστική συνέχεια του μύθου του Frankenstein.

Aφίσα του "Kiss of the Vampire"
του Don Sharp (1963)

H δεκαετία του ’50 χάρισε στον κινηματογράφο μια από τις πιο εικονικές του μορφές, τον Christopher Lee στο ρόλο του Κόμη, στο επονομαζόμενο Horror of Dracula (1958), σε σκηνοθεσία Terence Fisher – επίσης σκηνοθέτης του Phantom of the Opera (1962), που ήταν η αντίστοιχη βρετανική version της Hammer. Το Horror of Dracula (1958) θεωρείται από πολλούς η καλύτερη ταινία τρόμου με πρωταγωνιστή έναν Βρικόλακα ever, με έναν αριστουργηματικό συνδυασμό τρόμου, χιούμορ, δράσης και ερωτισμού που παραμένει αξεπέραστος: αν μη τι άλλο, αυτή είναι σίγουρα η καλύτερη από όλες τις ταινίες της θρυλικής βρετανικής εταιρίας παραγωγής ταινιών τρόμου «Hammer Films». Τα πάντα εδώ ταιριάζουν εξαιρετικά: ο σφιχτός, ζωντανός ρυθμός του Fisher, το παλλόμενο, αρρενωπό soundtrack του James Bernard και φυσικά, η ερμηνία του Lee ο οποίος κληρονομεί το ρόλο από τον Lugosi και τον κάνει δικό του - όπως, αντίστοιχα, ο Peter Cushing είναι ο απόλυτος Dr. Van Helsing- με μια εκ περιτροπής, άλλοτε σκληρή κι άλλοτε τρυφερή ερμηνεία, που ξεπερνά κατά πολύ εκείνη των πιο διάσημων συναδέλφων του.



Τον Christopher Lee ξαναείδαμε από τότε στον ίδιο ρόλο σε δέκα (!) ακόμη ταινίες, που όμως μειώθηκαν σταδιακά (και δραματικά) σε ποιότητα. Αν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στις πιο χαρακτηριστικές, θα επιλέξουμε εδώ το Dracula Has Risen from the Grave (1968) πάλι από την Hammer Films, σε σκηνοθεσία του βρετανού σκηνοθέτη ταινιών τρόμου Freddie Francis- πρόκειται για την πεμπτουσία της συγχώνευσης του στυλ των Studio της Hammer. Ομοίως στην ταινία Dracula A.D. 1972 (1972), σε σκηνοθεσία Alan Gibson, η Hammer προσπάθησε να ανανεώσει τον μύθο του Κόμη … με κωμικό, τελικά, αποτέλεσμα. Μια ακόμα κωμική ταινία με τον καταξιωμένο ηθοποιό (για τελευταία φορά σε αυτό το ρόλο) είναι η Dracula père et fils (1976) σε σκηνοθεσία Edouard Molinaro, που όμως υπάρχει σε δυο version, την γαλλική και την αμερικανική- η δεύτερη κατακρεουργημένη κατά 20΄ περίπου λεπτά. Το Dracula, Prince of Darkness (1966) μπορεί να ταύτισε τον Christopher Lee για πάντα με το ρόλο, αλλά και αυτή, όπως και οι περισσότερες ταινίες που ακολούθησαν (βλέπε π.χ. Taste the Blood of Dracula [1970], The Scars of Dracula [1970], και The Satanic Rites of Dracula [1973]) τσεκουρώθηκαν από τους κριτικούς παρόλο που δημιούργησαν ένα φανατικό κοινό το οποίο τις εκτίμησε… δ(ε)όντως.


Γαλλική Αφίσα από την ταινία
του Terence Fisher Dracula (1958)
(aka "Le Cauchemar De Dracula")


Για να συνεχίσουμε με τη δεκαετία του ’60, δεν γίνεται να παραλήψουμε να μιλήσουμε για τον Ιταλό Mario Bava και το Black Sunday [αλλιώς: La maschera del demonio] (1960) το σκηνοθετικό (μεγάλου μήκους) ντεμπούτο μιας ιδιοφυϊας του celluloid, με την Barbara Steele σε διττό ρόλο ως Katia/Princess Asa. Η Barbara Steele πετυχαίνει να πείσει το κοινό ότι είναι ταυτόχρονα μια αθώα παρθένα, και μια αρχαία, δαιμόνια μάγισσα. Tο ερμηνευτικό της επίτευγμα σε αυτό το ρόλο αντιστοιχεί με τον Frankenstein του Karloff και τον Dracula του Lugosi, στεφανώνοντάς την για πάντα ως Queen of Horror.

Η Ιταλική αφίσα από την ταινία
του Roy Ward Baker "Scars of Dracula"
(aka 'Il Marchio Di Dracula') 1970

Από την ίδια περίοδο (1960’s) αξίζει να υπογραμμίσουμε ακόμη μια συνεργασία των Peter Cushing/Terence Fisher, το Brides of Dracula (1960), με εξαιρετικές ερμηνείες, επιπλέον, από τους David Peel και Martita Hunt. To The Last Man on Earth (1964), των Ubaldo Ragona και Sidney Salkow με τον Vincent Price στο ρόλο του Dr.Robert Morgan, βασισμένο στη νουβέλα του Richard MathesonI Am Legend” (το οποίο ξαναείδαμε σε remake το 2007 με πρωταγωνιστή τον Will Smith), και τέλος, το The Fearless Vampire Killers [αλλιώς: Dance of the vampires](1967) σε σκηνοθεσία Roman Polanski, μια από τις κλασικότερες ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ στο είδος της.


Αφίσα του The Vampire Lovers (1970)
ταινία του Roy Ward Baker



Lesbian Vampire Killers…

Η δεκαετία του ‘70 έφερε αφενός μεν μια ποσοτική έκρηξη στο είδος, αφετέρου μια αλλαγή στον τρόπο του χειρισμού του μύθου, με έμφαση στους τρόπους συσχέτισης του σεξ και της βίας, όχι μόνο στο ετεροφυλοφιλικό πεδίο, αλλά και με μια σαφή στροφή προς την ομοφυλοφιλία, και ιδιαίτερα, τις λεσβίες-βαμπίρ. Μία ώθηση για την έκρηξη στις ταινίες αυτές ήταν σίγουρα η επιθυμία να επωφεληθεί ο κινηματογράφος από την αγορά της πορνογραφίας, και να επιτρέψει τη στροφή προς το γυμνό, το αίμα, και τον σεξουαλικό ερεθισμό μέσα σε μια "ασφαλή" φαντασιακή δομή.

Η Hammer Films, με τα The Vampire Lovers (1970) (με την Ingrid Pitt σε εξαιρετική φόρμα), Lust for a vampire (1971), και Twins of evil (1971) επέστρεψε στον μύθο της Carmilla. Οι ταινίες αυτές συνέδεσαν τις αποδεδειγμένες συμβάσεις του είδους - gothic παρθεναγωγεία, μαύρη μαγεία, φεγγαρόλουστες λίμνες, και τα κοστούμια εποχής - με τις σύγχρονες προσδοκίες για άμεσο σεξ και αίμα. Η τελική Carmilla της περιόδου ήταν η La novia ensangrentada (1972). Από την άλλη, για παράδειγμα, η Countess Dracula (1971), η La noche de Walpurgis (1970), και η Blood ceremony (1973) ήταν και οι τρεις, ταινίες εμπνευσμένες από τον θρύλο της Κόμισσας Bathory. Στην ίδια περίοδο, να σημειώσουμε επίσης το Vampyros Lesbos (1970), μια Γερμανοϊσπανική παραγωγή σε σκηνοθεσία Jesus Franco, και το Vampyres (1974) σε σκηνοθεσία Jose Ramon Larraz, μια ιστορία για ένα ζευγάρι γυναικών βαμπίρ που κάνουν ωτοστόπ στις έρημες οδούς της αγγλικής υπαίθρου, με στόχο να προσελκύσουν ανυποψίαστους οδηγούς στην gothic mansion τους για μια νύχτα πάθους, που φυσικά οδηγεί στο θάνατο.

Αφίσα του "Lust for a Vampire" (1971)
Jimmy Sangster, Hammer Collection

Από την μία, λοιπόν, vampire trash, και από την άλλη, αξιόλογες σκηνοθετικές απόπειρες όπως του John Llewellyn Moxey στο The Night Stalker (1972), του Paul Morrissey στο Andy Warhols Dracula (1974), και λίγα χρόνια αργότερα, του David Cronenberg στο Rabid (1977). Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει εδώ στη δουλειά του George A. Romero στο φιλμ Martin (1977) – έντονος ρεαλισμός, chills & thrills όπως και στις άλλες ταινίες του (αν και εδώ δεν έχουμε zombie, τα καταφέρνει εξίσου καλά). Επίσης δεν θα μπορούσαμε να παραλήψουμε την ταινία του Werner Herzog Nosferatu the Vampyre (1979) με το star appeal cast των Klaus Kinski, Isabelle Adjani και Bruno Ganz, σε εξαιρετικά στυλιζαρισμένες ερμηνείες, και την βλοσυρή, συμβολική κινηματογράφηση του Γερμανού σκηνοθέτη που μας έχει συνηθίσει σε αριστουργήματα της 7ης τέχνης.

Στην εκπνοή της δεκαετίας, παρατηρήσαμε επίσης το κωμικό Love at First Bite (1979), το Salem's Lot (1979), μια από τις καλές μεταφορές βιβλίου του Stephen King στην οθόνη, και την ταινία του John Badham, Dracula (1979), που παρόλο το γεγονός ότι είχε εξαιρετικό cast (Frank Langella ως Dracula και Laurence Olivier ως Van Helsing) άφησε το κοινό ανικανοποίητο, και ιδιαίτερα το γυναικείο κοινό που, όντας περισσότερο ευαίσθητο την δεδομένη χρονική περίοδο, με την έξαρση του φεμινισμού, είδε τον Dracula-βιαστή του Langella ως επιβράβευση του σωβινισμού.

Στα 80’s, ενδιαφέρον παρουσιάζει η ταινία του Tonny Scott The Hunger (1983), με το ασυνήθιστο θέμα του βρικόλακα που γερνά ξαφνικά! Η Catherine Deneuve (“Μiriam”) και ο David Bowie είναι το θανάσιμο ζευγάρι-βαμπίρ, που χρειάζεται την επιστήμονα Suzan Sarandon (αρχικά θύμα της αχόρταγης Miriam) για να αποτρέψει τον θάνατό του λόγω… ηλικίας. Ατμοσφαιρικό, ψυχρό, και με εντυπωσιακή φωτογραφία, έχει μείνει στην ιστορία για την ερωτική σκηνή μεταξύ των δυο πρωταγωνιστριών. Επίσης ενδιαφέρον είναι το φιλμ του Tobe Hooper Lifeforce (1985), σκηνοθέτη των "The Texas Chainsaw Massacre (1974)" και "Poltergeist (1982)". Ειρωνικό έπος μαζικής αποκαλυπτικής επιστημονικής φαντασίας και τρόμου, είναι ένας συνδυασμός του "2001" και "Dawn of the Dead" σε ένα, με το όμορφο γυμνό σώμα της Mathilda May για καρύκευμα. Να σημειώσουμε επίσης, το κωμικό Fright Night (1985) του Tom Holland, το παιδικό The Monster Squad (1987) του Fred Drekker, το εξαιρετικό animation των Toyoo Ashida & Carl Macek Vampire Hunter D (1985), το vampire-road movie Near Dark (1987) της Kathryn Bigelow, και το The Lost Boys (1987) του Joel Schumacher με τον με έναν Kiefer Sutherland σε έναν ρόλο που δεν πρόκειται να ξαναδείτε !



From Dusk till ..Jesus

H δεκαετία του ’90 μας χάρισε διάφορα διαμάντια (με λιγότερα ή περισσότερα… καράτια) καθώς οι βρικόλακες περνούν για τα καλά πλέον στη μαζική κουλτούρα και το cult status τους μετατρέπεται σε star power. Αξίζει να μνημονεύσουμε τον Gary Oldman στο Bram Stokers Dracula (1992) του Coppola, τους Christian Slater, Brad Pitt, και Tom Cruise στο Interview with the Vampire (1994) του Neil Jordan, σε σενάριο της ίδιας της Anne Rice, τον Christopher Walken και την Lili Taylor στο βραβευμένο The Addiction (1995) του Abel Ferrara και το Nadja (1994) του Michael Almereyda με τον Peter Fonda σε διπλό ρόλο ως Dracula και Van Helsing. Σε σενάριο Quentin Tarantino και σκηνοθεσία Robert Rodriguez είδαμε το From Dusk Till Dawn (1996), με τους Harvey Keitel, George Clooney, Juliette Lewis, Salma Hayek, και σε σκηνοθεσία Po-Chih Leong τον Jude Law (The Wisdom of Crocodiles [1998]), χωρίς να ξεχνάμε, τέλος, την ίδια χρονιά, τον James Woods στο John Carpenters Vampires (1998).

Τα 90’s έφεραν, εκτός από τον Wesley Snipes και την απαρχή του… franchise Blade (1998) μια σειρά από mainstream κωμωδίες με πρωταγωνιστές βαμπίρ, όπως το Vampire in Brooklyn (1995) του Wes Craven με τον Eddie Murphy, το Buffy the Vampire Slayer (1992) με την Kristy Swanson (αρκετά χρόνια πριν γίνει μόδα η ομώνυμη τηλεοπτική σειρά) και τα Sundown: The Vampire In Retreat (1991) του Anthony Hickox (πρωταγωνιστεί ο David Carradine), Blood and Donuts (1995) της Holly Dale, και Cronos (1993) του Guillermo del Torο.

Το millennium μπήκε με το δεξί, και τον John Malkovich στο εξαιρετικό Shadow of the Vampire (2000) του Ε. Elias Merhige, να υποδύεται τον σκηνοθέτη της ταινίας “Nosferatu”, F.W. Murnau. Στη συνέχεια μας τα χάλασε, με το αμφισβητήσιμης αισθητικής "Dracula 2000", σε σκηνοθεσία και σενάριο Patrick Lussier με πρωταγωνιστές τους Gerard Butler και Christopher Plummer. H ίδια χρονιά όμως παρουσίασε και δύο anime, το εκπληκτικό Vampire Hunter D: Bloodlust (2000) του Yoshiaki Kawajiri και το αρκετά καλό Blood: The Last Vampire (2000) Hiroyuki Kitakubo που μας αποζημίωσαν. Η συνέχεια ήταν κάπως απρόσμενη:το Jesus Christ Vampire Hunter (2001) από τον Καναδά, σε σκηνοθεσία Lee Gordon Demarbre με τον Phil Caracas στο ρόλο του Ιησού, μια πραγματικά cult ταινία που απέσπασε και δύο βραβεία στις Η.Π.Α. (Fargo & SantaCruz film festivals).



Το διασκεδαστικό Queen of the Damned (2002) με την αδικοχαμένη Aaliyah στο ρόλο της Queen Akasha σε σκηνοθεσία Michael Rymer ήταν ακόμη μια ταινία βασισμένη στα Vampire Chronicles της Ann Rice αλλά μέτρια, κατά πολύ, σε σχέση με την ταινία του Neil Jordan. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι το Dracula: Pages from a Virgin’s Diary (2002) του Guy Maddin, ένα ασπρόμαυρο, βουβό μπαλέτο-αφιέρωμα στον βουβό κινηματογράφο. Η επόμενη χρονιά μας έφερε το Underworld (2003) με την Kate Beckinsale και τον Bill Nighy, ένα αισθητικά λουστραρισμένο φιλμ που κάποιους ενθουσίασε και άλλους τους άφησε παγερά αδιάφορους, και το κωμικό Vampire Effect (2003) των Dante Lam& Donnie Yen από το Hong Kong, με τους Ασιάτες star Ekin Cheng, Charlene Choi, Gillian Chung. Η απογοητευτική ταινία Van Helsing (2004) με πρωταγωνιστή τον Hugh Jackman, γεμάτη ειδικά εφέ και θόρυβο, αλλά χωρίς σενάριο της προκοπής (διά χειρός Stephen Sommers) απέδειξε ότι δεν φτάνει ένας λυκάνθρωπος (ούτε καν ένας στρατός από τέρατα) για να φέρει την άνοιξη…


Αξιόλογες επίσης, αν και σεναριακά μπερδεμένες, ήταν οι δυο ταινίες του Ρώσου Timur Bekmambetov Night Watch (2004) και Day Watch (2006). Καλά τα κατάφερε και ο David Slade στο 30 Days of Night (2007), ένα θρίλερ βασισμένο στο comic των Niles & Templesmith με φόντο το τρομακτικό σκοτάδι και το πολικό ψύχος της Αλάσκας, το οποίο κερδίζει σε ατμόσφαιρα και εντυπώσεις αποφεύγοντας επιμελώς τις συμβάσεις του είδους. Ο σκηνοθέτης αργεί να εμφανίσει τα τέρατα επί της οθόνης- έτσι ώστε όταν τελικά βλέπει κανείς τους τερατώδεις βρικόλακες με τις οδοντοστοιχίες που θυμίζουν τα Orcs του Peter Jackson (κορυφαίος ερμηνευτικά ο Danny Huston) να μιλούν σε μια ακατανόητη δική τους γλώσσα, νιώθει την ανατριχίλα να του σκαρφαλώνει την ραχοκοκκαλιά…

Το παραπάνω αφιέρωμα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Libre στο τεύχος Ιανουαρίου 2010.