the girl with the dragon tattoo

the girl with the dragon tattoo
Yes, I have a dragon tattoo as well

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

Ένα βιβλίο μα τι βιβλίο


Ορίστε τι ανακάλυψα στη βόλτα μου στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου σήμερα (και έπαθα την πλάκα μου). Tο παρακάτω πόνημα, από τις εκδόσεις Τόπος (http://www.toposbooks.gr/).

Ο τρελλός πρόεδρος και η γυναικεία ηδονή
(Παράνοια, Μύθος, Τέχνη)
-Ρηγοπούλου Πέπη
σελ.520

Γιατί η ηδονή είναι ένα ζητούμενο; Γιατί στα συγκλονιστικά Απομνημονεύματά του ο τρελλός δικαστής, ο Πρόεδρος Schreber, τη συνδέει με το γυναικείο φύλο; Και γιατί, εκτός από αυτόν, ένα αρχαίο μυθικό πρόσωπο, ο μάντης Τειρεσίας, έχει την ίδια γνώμη όταν μιλά μπροστά στον Δία και την Ήρα; Γιατί o Freud συνδέει την παράνοια με την απωθημένη ομοφυλοφιλία, ενώ, αντίθετα, ο Lacan ανιχνεύει σ’ αυτήν κάτι το ανησυχαστικά οικείο, τόσο οικείο που o Dali, μιλώντας για την κριτική παράνοια, να δηλώνει ότι τον αφορά και αποτελεί τη βάση της δημιουργίας του; Και η γυναίκα; Τι νιώθει όταν γίνεται κομμάτι της καταδιωκτικής μανίας που καταλαμβάνει ένα σύμπαν ολόκληρο, το οποίο ο Οβίδιος ονόμασε Μεταμορφώσεις στο ποίημά του, που σφραγίζει τη σκέψη και την τέχνη μέχρι σήμερα;

Το νέο βιβλίο της Πέπης Ρηγοπούλου καλεί τον αναγνώστη, αυτόν τον μόνιμο συνένοχο, σε μια περιπλάνηση μέσα από κείμενα που εξιστορούν μια ψυχική νόσο, την παράνοια, μύθους και τελετουργίες που έχουν να κάνουν με τη μίμηση και τη μεταμόρφωση, καλλιτεχνικά έργα και διαδικασίες που αγγίζουν το αίνιγμα της δημιουργίας.

***
Παρουσίαση στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" (06/03/2008)

Το 1903, ο Ντάνιελ Πάουλ Σρέμπερ, πρόεδρος του Εφετείου της Δρέσδης, δημοσιεύει ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο. Τα «Απομνημονεύματα ενός νευρασθενούς» που περιέχουν την καταγραφή του παρανοϊκού του παραληρήματος, το οποίο τον οδηγεί σε μια μαρτυρική αίσθηση απόλυτης διάλυσης και στη φαντασιακή μεταμόρφωσή του σε εγκυμονούσα γυναίκα που θα σώσει τον κόσμο.
Πρώτα ο Φρόιντ και μετά ο Λακάν -και στη συνέχεια μια ατελείωτη σειρά από άλλους ερμηνευτές μέχρι και σήμερα- θα αφιερώσουν στον πρόεδρο εξαιρετικά σημαντικές μελέτες. Στο νέο της βιβλίο, η Πέπη Ρηγοπούλου ξαναδιαβάζει το «φάκελο Σρέμπερ» από τη σκοπιά της τέχνης και του πολιτισμού, για να προχωρήσει σε μια συνολικότερη διαπραγμάτευση της σχέσης ανάμεσα στην ψυχανάλυση και τη δημιουργία. Διερευνά την αναλογία και τη διαφορά ανάμεσα στις δομές και τα θέματα του παραληρήματος από τη μια πλευρά, και της τελετουργίας και του μύθου από την άλλη, καταλήγοντας στις «Μεταμορφώσεις»:Το ποίημα του Οβίδιου που σφράγισε όσο κανένα άλλο την εικαστική δημιουργία από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα.
Μεταμορφώσεις, μεταμφιέσεις, παρενδύσεις, το δράμα της επιθυμίας και ο διάλογός της με το θάνατο ερευνώνται στη συνέχεια στο έργο κορυφαίων ζωγράφων, από τον Μπος, τον Γκόγια και τον Νταλί μέχρι τον Μπέικον και τον Διαμαντόπουλο. Το έργο των καλλιτεχνών αυτών μας επιτρέπει να δούμε την ψυχική νόσο με ένα διαφορετικό μάτι και να προβληματιστούμε από μια άλλη γωνία για τους όρους και τους στόχους της δημουργίας.
***
Κριτική Παρουσίαση του βιβλίου
Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου( Ελευθεροτυπία, 30/03/2008 )

Τη σχέση τέχνης και ψυχανάλυσης βάζει στο αναλυτικό της στόχαστρο η Πέπη Ρηγοπούλου με το καινούριο βιβλίο της «Ο τρελός πρόεδρος και η γυναικεία ηδονή. Παράνοια, μύθος τέχνη» (εκδόσεις «Τόπος»). Οι θέσεις του Φρόιντ για τον ρόλο τον οποίο κατέχει το ασυνείδητο στο έργο του Λεονάρντο ντα Βίντσι, του Σέξπιρ και του Ντοστογέφσκι συνεξετάζονται στη δουλειά της Ρηγοπούλου με τα στοιχεία της μεταμόρφωσης που ενυπάρχουν σε όλες τις τελετουργίες και ανοίγουν τον δρόμο για τη συνάντηση της τέχνης με «το δράμα της παράνοιας και τον κόσμο του μύθου».

Στο κέντρο της προσέγγισης της Ρηγοπούλου βρίσκεται ένα διάσημο κείμενο: τα «Απομνημονεύματα ενός νευρασθενούς» του προέδρου του Εφετείου της Δρέσδης Daniel Paul Schreber. Το κείμενο δημοσιεύθηκε το 1903 και σχολιάστηκε διά μακρών το 1911 από τον Φρόιντ. Κι αν ο Φρόιντ έψαξε στην αυτοβιογραφική αφήγηση του δικαστή τη λανθάνουσα παράμετρο της ομοφυλοφιλίας, ο Λακάν ήρθε πολλά χρόνια αργότερα να μεταθέσει την αναγνωστική μας προσοχή στην αινιγματική του γλώσσα και να μετατρέψει «τον παρανοϊκό πρόεδρο σε ένα είδος καταραμένου καλλιτέχνη».

Με βάση αυτόν τον άξονα η Ρηγοπούλου μάς ξεναγεί στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης, συνομιλώντας, όπως παρατηρεί η ίδια, «όχι με την τρέλα ή τους ψυχικά ασθενείς, αλλά με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο που νόσησε και κατέγραψε το μαρτύριό του».

***
Ο ηθικός ορίζοντας της κάθε εποχής
Του Δημήτρη Παπαχαραλάμπους* (Εφημ. Κυριακάτικη Αυγή, 11.05.08)

«Όπου υπάρχει έργο δεν υπάρχει τρέλα», γράφει στο έργο του Ιστορία της τρέλας ο φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ. Παρήγορη άποψη, που όμως εγείρει απορίες: Πόσο υγιής ή τρελός ήταν ο Βαν Γκόγκ τη μέρα που ζωγράφισε τα Σιταροχώραφα με τα κοράκια και μετά από λίγο αυτοκτόνησε; Και ακόμα, πόσο μη έργα είναι κάποια έργα των ψυχοπαθών που μας καθηλώνουν; Ποια είναι η εξήγηση της γοητείας που μπορεί να έχουν οι αφηγήσεις του παραληρήματος και ποιο το σύνορό του με τον λόγο; Η απορία δεν ανήκει μόνον στους ανειδίκευτους: ο ίδιος ο Φρόυντ μας λέει: «Ανήκει στο μέλλον να αποφασίσει αν στην θεωρία περιέχεται περισσότερο παραλήρημα από όσο θα ήθελα ή στο παραλήρημα περισσότερη αλήθεια από όση κάποιοι σήμερα πιστεύουν». Φράση που θα έπρεπε να μας κάνει προσεκτικούς σχετικά με πολλές βεβαιότητές μας, για την ψυχή, τα πάθη της και τις συμβολικές της εκφράσεις και που έχει μια ευρύτερη σημασία: Ο διάλογος και η διαφορά ανάμεσα στον λόγο, το παράλογο και την δημιουργία είναι ζήτημα επιστημονικό, αισθητικό, αλλά και πολιτικό, γιατί χαράζει τον ηθικό ορίζοντα της κάθε εποχής και του κάθε πολιτισμού.

Τα νέο βιβλίο της Πέπης Ρηγοπούλου, θέτει ακριβώς το ερώτημα για τα σύνορα ανάμεσα στην παράνοια, τον μύθο και την τέχνη. Αφετηρία του ένα κείμενο που έγινε αντικείμενο ερμηνείας από τον Φρόιντ, τον Λακάν και από μια στρατιά άλλων αναλυτών και ιστορικών: Τα Απομνημονεύματα ενός νευρασθενούς, όπου ο Πρόεδρος του εφετείου της Δρέσδης Σρέμπερ εξιστορεί ο ίδιος τα σχετικά με το παρανοϊκό παραλήρημά του, και διαλέγεται με τους γιατρούς του, προσπαθώντας να αποδείξει την αντικειμενικότητα των ψευδαισθήσεων που στοιχειώνουν το δωμάτιο του ψυχιατρείου από το οποίο ελπίζει να βγει.

Ο τρελός Πρόεδρος ζει μέσα σε ένα σύμπαν κατοικημένο από θεούς και δαίμονες, από «προχειροφτιαγμένα ανθρωπάκια» και από πουλιά με ανθρώπινες φωνές, ή ακόμα από μισές φράσεις / αινίγματα, που ο άρρωστος βασανίζεται για να απαντήσει. Η εντυπωσιακή του κουλτούρα του επιτρέπει να αντλεί παραδείγματα από την ιστορία, τη λογοτεχνία, το θέατρο. Τα επιχειρήματά του σχετικά με τα όρια της λογικής και της τρέλας αφήνουν κάποιες φορές τον αναγνώστη αμήχανο με την δύναμή τους. Όμως, ο ίδιος ο Πρόεδρος δεν μπορεί να τραβήξει την γραμμή που χαράζει το σύνορο ανάμεσα στο παραλήρημά του και στην πραγματικότητα. Έτσι, μας αφηγείται ότι το κορμί του αποσυντίθεται και τα γεννητικά του όργανα σταδιακά εξαφανίζονται. Μοναδική του διέξοδος, το να μεταμορφωθεί σε γυναίκα και να βιώσει την γυναικεία ηδονή «που είναι πολύ πιο ισχυρή από την ανδρική».

Ο πρώτος ερμηνευτής του Προέδρου, ο Φρόυντ, είδε την παράνοια του Σρέμπερ ως το αποτέλεσμα απωθημένης ομοφυλοφιλίας, άποψη την οποία στη συνέχεια αρνήθηκε ο Λακάν, που θεώρησε τη συμβολική εκθήλυνση του Προέδρου παρεπόμενο και όχι αίτιο της παράνοιας. Ο διάλογος της φροϋδικής ψυχανάλυσης και δημιουργίας είναι το αντικείμενο του επόμενου κεφαλαίου. Λίγο πριν γράψει για τον Σρέμπερ, ο Φρόυντ είχε δημοσιεύσει τη μελέτη Μια παιδική ανάμνηση του Λεονάρντο ντα Βίντσι, στην οποία μιλούσε για την υποτιθέμενη απωθημένη ομοφυλοφιλία του ζωγράφου. Το φροϋδικό δοκίμιο για τον Σρέμπερ συμπληρώνει, κατά την Ρηγοπούλου, αυτό για τον Λεονάρντο, αλλά η συγγραφέας, στηριγμένη σε ιστορικά και ψυχολογικά κριτήρια, αμφισβητεί την φροϋδική ερμηνεία. Προχωρώντας, εξετάζει το σύνολο σχεδόν του φροϋδικού κόρπους για την τέχνη, από την Γκραντίβα ως και τους Καραμάζοφ, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Φρόυντ από τη μια εγκαινιάζει το διάλογο της ερμηνείας της τέχνης με την ψυχανάλυση, και του έργου με το σύμπτωμα, αλλά από την άλλη διακατέχεται συχνά από μια διάθεση ανταγωνισμού με τους δημιουργούς, σαν να τους θεωρεί ταυτόχρονα ομότεχνους και αντίζηλους.

Η σχέση και η διαφορά της παράνοιας με την τελετουργία και με το μύθο αποτελεί το αντικείμενο της επόμενης ενότητας. Αξιοποιώντας όσα ήδη εντόπισε στο κείμενο του Προέδρου και τις ερμηνείες του, η συγγραφέας υπογραμμίζει την αναλογία ανάμεσα στο καταδιωκτικό και το μεγαλομανιακό παραλήρημα και τους μύθους που μιλούν αντίστοιχα για την εκδίκηση και την καταδίωξη θεών και ηρώων και για τον θρίαμβο ή την καταστροφή τους. Περνώντας μέσα από τους ελληνικούς μύθους, καταλήγει στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, που σφράγισαν το φιλοσοφικό στοχασμό και τη δημιουργία, από την Αναγέννηση ως και τις μέρες μας.
Η μορφή του Τειρεσία, του τυφλού μάντη που άλλαξε φύλο και γνώρισε την υπεροχή της γυναικείας ηδονής, αναδύεται ως το μυθικό ανάλογο του τρελού Προέδρου. Και οι Μεταμορφώσεις στο σύνολό τους ερμηνεύονται σαν ένα έργο με βαθιά πολιτική λειτουργία, το οποίο, πίσω από τις τυπικές εκδηλώσεις θαυμασμού για τον αυτοκράτορα Αύγουστο, εκφράζει μια βαθιά, σχεδόν πατροκτονική αμφισβήτηση για την εξουσία. Διεκδικεί δηλαδή το δικαίωμα σε ένα βλέμμα που θα υπερβαίνει το θέαμα που στήνει η εξουσία για να επιβληθεί, συνδέει τα επεισόδια του ποιήματος και μας οδηγεί στην καταληκτική ενότητα του βιβλίου, αυτή για την τέχνη.
Επικεντρώνοντας τη μελέτη των μύθων της εκδίκησης στο μυθικό ανάλογο του Σρέμπερ, στον μάντη Τειρεσία που τυφλώθηκε από την Ήρα γιατί γνώρισε και αποκάλυψε την υπεροχή της γυναικείας ηδονής, η συγγραφέας αναδεικνύει το δράμα του βλέμματος και το δικαίωμα των θνητών να βλέπουν και να κρίνουν τα μυστικά των θεών, σε κεντρικό μοτίβο των Μεταμορφώσεων. Μοτίβο που ίσως συνέβαλε στο να τελειώσει ο Οβίδιος τη ζωή του εξόριστος στην Μαύρη Θάλασσα.

Η διδακτορική διατριβή του Ζάκ Λακάν έδωσε στον Σαλβαδόρ Νταλί τα εργαλεία για να εκφράσει την μέθοδο της κριτικής παράνοιας που αποτυπώνεται στη ζωγραφική του. Η Ρηγοπούλου επανεξετάζει τη σημασία του ονείρου και του παραληρήματος στον Λακάν και στον Νταλί, και ερευνά συνδυαστικά το βίο και το έργο του ζωγράφου, επιμένοντας στον κεντρικό ρόλο αυτού που αποκαλεί «το δράμα της όρασης και της αφής». Ο Νταλί γίνεται στη συνέχεια η αφετηρία μιας μακράς διαδρομής: Από τα οράματα του Ιερώνυμου Μπος στους εφιάλτες και τις τελετές του Γκόγια και από εκεί στους Δαίμονες του ρώσου Βρούμπελ και σε μια σειρά από άλλους δημιουργούς που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας.
Ανάμεσά τους σημειώνουμε τις ζωγραφικές σκηνές του υποσυνείδητου του Ένσορ και την μυητική ζωγραφική του Κλιμτ και του Πάουλ Κλέε., για να φτάσουμε στις σκανδαλώδεις χειρονομίες του Μαρσέλ Ντυσάν, στα σπαραγμένα κορμιά του Φράνσις Μπέικον και του Βελίτσκοβιτς και στον συγκλονιστικό κόσμο του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, όπου η επιθυμία μοιάζει να διώκεται από δαίμονες που κατοικούν την ψυχή αλλά και την κοινωνία.
Κλείνοντας το έργο της, η συγγραφέας καταλήγει στην υπογράμμιση του δράματος που φανερώνει και κρύβει το παραλήρημα και υπογραμμίζει τους ψυχικούς όρους που επιτρέπουν στην αγωνία του δημιουργού να φτάσει, αντί για το σύμπτωμα, στο έργο. Κατάκτηση μιας δημιουργικής υγείας που χρειάζεται τόσο στον καλλιτέχνη, όσο και στον κάθε άνθρωπο.

Ένα ερώτημα, όμως, που ίσως γεννάται στον πιθανό αναγνώστη του συγκεκριμένου βιβλίου, είναι κατά πόσο τα απομνημονεύματα του Σρέμπερ, οι μεταμορφώσεις του Οβίδιου, οι εικαστικές διερευνήσεις ή εκφράσεις της παράνοιας είναι δυνατό να αποτελέσουν υλικό για κάτι περισσότερο από μια σημαντική μελέτη, που απευθύνεται εντούτοις στο στενό πλαίσιο μιας εσωστρεφούς επιστημονικής και πανεπιστημιακής κοινότητας.
Το μεγαλύτερο επίτευγμα του βιβλίου είναι ότι η Ρηγοπούλου καταφέρνει, μέσα από συγκεκριμένους αφετηριακούς προβληματισμούς, να θίξει θεμελιώδη ζητήματα της τέχνης και της ζωής -στη διαχρονική και συγχρονική τους διάσταση- και να ανοιχτεί σε έναν πλατύ πνευματικό ορίζοντα, που επιτρέπει σε μεγάλο αριθμό απαιτητικών αναγνωστών να γνωρίσει διανοητική διέγερση, αναγνωστική απόλαυση και αισθητική ικανοποίηση.
Για να το πετύχει αυτό χειρίζεται επιδέξια την προσωπική γραφή, τις αισθητικές και επιστημονικές της σταθερές (η μήπως εμμονές;) και τη θεωρητική της επάρκεια, για να συνδέσει με προσοχή συντεταγμένες της τέχνης, της λογοτεχνίας, της ψυχανάλυσης, της φιλοσοφίας, του μύθου και της ιστορίας. Επιπλέον, συνεχίζοντας το δρόμο που άνοιξε κυρίως με το προηγούμενο βιβλίο της (Σώμα. Ικεσία και Απειλή), προσφέρει μια συστηματική όσο και τολμηρή εικονογράφηση, η οποία δεν συνοδεύει απλώς ή επεξηγεί εικονοποιητικά το κείμενο, αλλά δημιουργεί μια δεύτερη αυτόνομη, γοητευτική αφήγηση.
Με αυτό τον τρόπο, προχωρεί σε μια ιδιοσυγκρασιακή σχεδόν εκδοτική πρόταση, η οποία αποδεικνύει ότι η διεπιστημονική προσέγγιση δεν είναι απλώς μια ορθή επιστημονική πρακτική, αλλά μια προσπάθεια αποτύπωσης του σύνθετου και συχνά αντιφατικού χαρακτήρα του ανθρώπου και του κόσμου.

* Ο Δημήτρης Παπαχαραλάμπους είναι διδάκτωρ του τμήματος Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Υ.Γ. Αν γραφτείτε στον Δικτυακό τόπο των εκδόσεων Τόπος... σας παρέχεται η δυνατότητα να διαβάσετε περαιτέρω υλικό για το βιβλίο. Από εκεί άντλησα τα παραπάνω δημοσιεύματα.

Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

Είναι άρρωστη με τη γαλανόλευκη! (όχι δεν είναι γριά, ούτε Ηρακλής)



Το παραπάνω βίντεο είναι το απαύγασμα του ελληνικού κιτς. Ψαγμένο όσο δεν λέγεται! Το απόσταγμα της ελληνοφρένειας, από μια φοιτήτρια Καλών Τεχνών η οποία ενεδύθη το ψευδώνυμο Άννα Γούλα για να δώσει ζωή σε ένα "project" για τη σχολή της. Θα γελάσετε... αλλά μπορεί και όχι.

Εγώ από κάποιο λάθος της φύσης παίρνω τη σάτιρα στα σοβαρά. Βλέπω την "Ελλάδα" σε όλο της το μεγαλείο. Είναι θαύμα πως καταφέρνουμε πότε -πότε να ξεφύγουμε απ' αυτό το καρακιτσαριό, την Greek Art, τα εικονίσματα, τις απομιμήσεις αγαλμάτων και τα δερμάτινα σανδάλια. Θαυμάζω πραγματικά τους καλλιτέχνες που τα καταφέρνουν, και βλέπουν τα πράγματα με μάτι καθαρό και δημιουργούν κάτι φρέσκο, κάτι καινούριο, όπως π.χ. έκανε κάποτε ο Σαββόπουλος, ο Λοϊζος, ο Χατζιδάκις, αργότερα ο Πορτοκάλογλου, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Σωκράτης Μάλαμας, και για να φτάσουμε στο σήμερα... Ο Κωσταντίνος Β.

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

η Θεωρία του Δαρβίνου πάει Νιρβάνα (και εμείς Americana)

Ας δούμε λοιπόν τι ταινίες γυρίζονται στις ΗΠΑ (η χώρα όπου προκειμένου να μην γίνει Πρόεδρος μια γυναίκα, είναι διατεθειμένη να ψηφίσει έναν Αφροαμερικανό με καλό C.V. και σπουδές στο Χάρβαρντ).


Σήμερα σας παρουσιάζω "Τα Εννιάρια" (the Nines) ταινία του 2007 που βγήκε πρόσφατα σε dvd και είχα την ατυχία -για μένα, τύχη για σας - να δω. Σκηνοθέτης είναι ο
σεναριογράφος (κατά βάση) John August που κατά τα άλλα έχει κάνει εξαιρετικές δουλειές σε ταινίες του Tim Burton: Corpse Bride, Charlie and the Chocolate Factory και Big Fish.


Στο 'The Nines' βλέπουμε τρεις εκδοχές του Ryan Reynolds (πρωταγωνιστής) και των υπόλοιπων ηθοποιών που των πλαισιώνουν.

--Στην πρώτη, είναι ένας ηθοποιος με ψυχολογικά προβλήματα ("βλέπει"/"ακούει" διάφορα και τα έχει λίγο χαμένα)- ο οποίος τίθεται σε κατ' οικον περιορισμό για κατοχή ναρκωτικών. Επειδή έχει κάψει το σπίτι του (ο ίδιος ισχυρίζεται οτι δεν το έκανε επίτηδες αλλά ότι ήταν ατύχημα, καθώς προσπαθούσε να καταστρέψει τα ρούχα της σχέσης του που μόλις τον παράτησε) φιλοξενείται στο σπίτι ενός σεναριογράφου/ συγγραφέα που λείπει στον Καναδά για να γυρίσει τον πιλότο για μια καινούρια σειρά που ονομάζεται "Knowing" και το μόνο πρόσωπο που του επιτρέπεται να βλέπει είναι η publicist του(Melissa McCarthy). Ευτυχώς η γειτόνισσά του (Hope Davis) του κρατά παρέα και του δείχνει επίσης κάποιο "προσωπικό" ενδιαφέρον που είναι λίγο παραπάνω από το συνηθισμένο. Όταν περιπλανάται εκτός του σπιτιού του, η αστυνομία τον συλλαμβάνει. Στη στάση του λεωφορείου όπου τον πιάνουν να κάθεται με γυμνά πόδια (χωρίς παπούτσια) εμφανίζεται ξαφνικά ένα ξανθό κορίτσι που του μιλά στην νοηματική. Δεν καταλαβαίνει τι του λέει. Το ίδιο κορίτσι φαίνεται να υπάρχει σε μια διαφημιστική αφίσα της τηλ. σειράς "Knowing" αμέσως μετά.

--Στην δεύτερη εκδοχή, ο πρωταγωνιστής είναι ο εν λόγω συγγραφέας, και βλέπουμε την προσπάθειά του να γυρίσει τον πιλότο για την τηλεοπτική εκπομπή. Η πρωταγωνίστριά του, αυτή που θεωρεί ιδανική για το ρόλο δεν γίνεται τελικά δεκτή από το Δίκτυο. Αξίζει ν' αναφερθούμε στο περιστατικό όπου στο δοκιμαστικό ένας από το κοινό απευθύνεται στον συγγραφέα και του λέει το εξής παρανοϊκό στα λατινικά που μεταφράζεται ως "Η έλευση της λήθης".
Ο συγγραφέας/δημιουργός αναγκάζεται να αλλάξει πρωταγωνίστρια σύμφωνα με την υπόδειξη του network αλλά και πάλι η σειρά του κόβεται. Η φιλική του σχέση με την πρώην πρωταγωνίστριά του διαλύεται (σε αυτή την εκδοχή πρωταγωνίστρια και φίλη του είναι η Melissa McCarthy και η Hope Davis είναι μια executive του Δικτύου). Το ξανθό μικρό κορίτσι πρωταγωνιστεί όντως στη σειρά, και είναι όντως μουγκό (όχι όμως κωφάλαλο). ΄Οταν ο σεναριογράφος/δημιουργός αποτυγχάνει, τα παίζει και τραβά μια άσχημη ψυχολογική κρίση όπου "βλέπει" πράγματα τα οποία δεν συμβαίνουν κλπ.

-- Στην τρίτη εκδοχή, ο Reynolds παίζει έναν παντρεμένο κατασκευαστή βιντεοπαιχνιδιών που τα έχει τετρακόσια (επιτέλους) και επίσης έχει μια μικρή κόρη (την ξανθιά μικρή της πρώτης εκδοχής) η οποία είναι μουγκή. Γυναίκα του είναι η Melissa, ενώ η Hope Davis είναι μια τύπισσα στο δρόμο που προσφέρεται να τον
βοηθήσει όταν τελειώνει η μπαταρία στο αμάξι τους. Τελικά η Hope Davis τον δηλητηριάζει δίνοντας του να πιεί νερό από ένα μπουκάλι που περιέχει GBΗ (δεν είναι ξεκάθαρο το κίνητρο γι' αυτό το έγκλημα, αλλά φαίνεται ότι του τα χε κρατημένα από πριν).


Τελευταία (και αληθινή) εκδοχή: o Reynolds είναι ένα ανώτερο είδος πνευματικού όντος - στην εξελικτική αλυσίδα είναι "9άρι". Είχε πολλές ενσαρκώσεις κι έχει εμφανιστεί σε τουλάχιστον 90 εκδοχές του. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο σεναριογράφος της ταινίας, δια μέσου των συμπρωταγωνιστριών του Reynolds,"οι
άνθρωποι είναι εφτάρια και τα κοάλα οχτάρια (έχουν τηλεπαθητικές ικανότητες και ρυθμίζουν τον καιρό)".

Στην τελευταία και "αληθινή" εκδοχή, η Melissa παίζει τον εαυτό της, με τον πραγματικό της σύζυγο και την ξανθιά μικρή να είναι η κόρη της (και να μην είναι μουγκή). Στο τέλος, ο Reynolds εγκαταλείπει τη γη και το θνητό του σώμα και
εξαφανίζεται, γυρίζει πίσω στην τελειότητα (μια μορφή Νιρβάνας) ενώ η Μελίσσα με την πιτσιρίκα και τον άντρα φτιάχνουν μια ζύμη για γλυκό στην κουζίνα τους...

Τέτοιες ταινίες βλέπω και λέω ότι η αρχική ιδέα ήταν γαμάτη, αλλά έτσι όπως γυρίστηκε και με τέτοιο σενάριο, απλώς δεν μπορείς να το χάψεις το όλο θεωρητικό κατασκεύασμα περί "εξελιξεως" και σε αφήνει μετέωρο ν' αναρωτιέσαι γιατί δεν έγραψαν ένα καλύτερο στόρυ από αυτό, με τέτοιο κόνσεπτ στα χέρια τους!!!

Αν έπρεπε να βαθμολογήσω το κόνσεπτ θα του έβαζα 9. Στην εκτέλεση όμως παίρνει με το ζόρι ένα 4 και είναι κάτω απ' τη βάση. Σόρρυ! Ωστόσο μπορούμε να το διασκεδάσουμε δεόντως χρησιμοποιώντας την εξελικτική θεωρία του σεναριογράφου.

π.χ. μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο Τζώρτζ Μπους είναι 4 (πολύ πιο κάτω από τα κοάλα) και οι υπάνθρωποι Κοντολίζα Ράις και Ντικ Τσέινι είναι 5 ο ένας και 6 η άλλη.

Αν μπορούσα, επίσης, θα έκανα ένα φοβερό poll για τον αμερικάνικο τύπο, όπου θα ζητούσα να βαθμολογίσουν την Χίλαρυ Κλίντον και τον Μπάρακ Ομπαμα με την κλίμακα από το 1 έως το 9 (το δεκάρι το παίρνει ο Θεός- "Άρης είσαι ένας και μοναδικός!").

Αφήνω την φαντασία σας να καλπάσει και περιμένω τις βαθμολογίες σας!

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

Της γιαγιάς σου ... το τάπερ

Σήμερα είδα τον πατέρα μου. Είναι μια από τις εβδομαδιαίες αμοιβαίες επισκέψεις μας. Φάγαμε παγωτό με θέα την μαρίνα της Καλαμαριάς. Η συζήτηση γύρισε (ως συνήθως) κάποια στιγμή στη φαμίλια της μαμάς (έχουν χωρίσει 20 χρόνια πριν, το 1988 το καλοκαίρι για την ακρίβεια).

Οι περισσότεροι Έλληνες (ή άντρες γενικότερα - για να μην περιορίζομαι στα δικά μας σύνορα) έχουν μια σχέση καθαρού, ξεκάθαρου, ή υποβόσκοντος μίσους με την πεθερά τους. Μάγισσα την ανεβάζει, πουτάνα την κατεβάζει. Κάπου εκεί ("το σόι της!") έχει χάσει τον έλεγχο. Μιλάμε για εμπάθεια, όχι αστεία. Το πως ζει ακόμη η γυναίκα μετά από τόσες κατάρες που της έχει ρίξει είναι θαύμα. Του το 'πα και δεν απάντησε. Κάθε απόπειρα για χιούμορ επί του σχετικού θέματος χτυπά σε αυτιά από τσιμέντο.

Και πως να μην την μισεί;

Η γιαγιά ήταν πάντα εκείνη που έκανε το κουμάντο στην οικογένεια. Εκείνη έκανε τις πιο σκληρές και δύσκολες δουλειές. Εκείνη προγραμμάτιζε τα οικονομικά της οικογένειας. Εκείνη έφερνε βόλτα 5 παιδιά. Ο άντρας της (ο παππούς) ήταν ο φορέβερ ήσυχος, λιγομίλητος και κατά πολύ άβουλος συμπορευτής της. Του φερόταν σε κάθε περίσταση, σημαντική ή ασήμαντη, σαν να ήταν ένα μεγάλο μωρό. Τίποτε δεν έκανε σωστά αυτός ο άνθρωπος, ποτέ. Μα τίποτε...!

Μετά από χρόνια ήρθαν έτσι τα πράγματα ούτως ώστε αυτό να συμβεί και στην πραγματικότητα. Κείτεται παράλυτος στο κρεβάτι, πια, και εκείνη τον πλένει, τον ξεσκατίζει και του αλλάζει τις πάνες.

Η γιαγιά, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήτανε πάντοτε εκείνη που ήξερε πως πρέπει να γίνονται τα πράγματα. Έχει συμβουλές για το κάθε τι, ακόμη και ποιο μέγεθος κουτάλας είναι το πιο κατάλληλο για ν' ανακατέψεις ή να γυρίσεις το κάθε διαφορετικό φαγητό.

Οι πίτες της, σπανακόπιτες και κολοκυθόπιτες, είναι παροιμιώδεις στην οικογένεια. Την θυμάμαι, πριν ακόμη γίνει ο παππούς Ι.Χ., να ανοίγει φύλο με την ταχύτητα που ένας Ιταλός σεφ θα πέταγε την ζύμη για την πίτσα και θα την έπιανε στον αέρα.

Μια τέτοια γυναίκα, λίθος της μητριαρχίας, είναι αδύνατον να ανεχτεί υποδείξεις από τον οποινδήποτε. Πόσω μάλλον αν είναι γαμπρός της κι έχει την ατυχία να θέλει να κάνει κουμάντο μια από τις πολύτιμες κόρες της!

Ο πατέρας μου με την σειρά του, μεγάλωσε σε μια οικογένεια που ο παππούς έκανε κουμάντο στα πάντα, ακόμη και στην κουζίνα. Εκείνος ήξερε να αγοράζει κρεατικά ή ψάρια. Εκείνος ήξερε να τα ετοιμάζει, ήξερε το χρόνο που θα έπρεπε να μπουν στο φούρνο, και πως να τα καθαρίσει και να τα μαρινάρει. Ήξερε πως πρέπει να γυαλίζονται τα παπούτσια και πως να κολλαρίζονται οι γιακάδες. Η γυναίκα του (η γιαγιά) ήταν ανίδεη. Άχρηστη την ανέβαζε, ζώον την κατέβαζε.

Ο πατέρας μου μεγάλωσε σε μια εξολοκλήρου πατριαρχική οικογένεια. Κυρήττει και διαφεντεύει διαρκώς. Είναι φιλόσοφος, εργατοπατέρας και καλλιτέχνης, όλα μαζί. Το μούσι του λείπει και θα έμοιαζε με τον αείμνηστο της Κωνσταντινουπόλεως.

Όταν τον ακούω να μου δίνει συμβουλές για την θέση της νυναίκας στην κοινωνία γίνομαι πυρ και μανία. Αρχίζω να τρώω τις παρανυχίδες μου, κάτι που δεν το έκανα από τότε που ήμουν έξι χρονών. Βρίζω την ώρα που έκοψα το κάπνισμα, και ψάχνω απεγνωσμένα να βρω τις τσίχλες μου.

Ο πατέρας μου και η γιαγιά μου μισιούνται θανάσιμα. Αν τους αφήσεις αυτούς τους δυο μόνους τους μέσα σ' ένα δωμάτιο με ένα μαχαίρι, μέχρι να πεις "τρία", δάχτυλα θα εκτοξεύονται έξω απ' τα παράθυρα προς κάθε κατεύθυνση.

Δεν βάζω στοίχημα ποιος θα νικήσει. Αλλά επειδή τον πατέρα μου τον βάφτισαν Ιωάννη, βλέπω στην πρώτη περίπτωση το κεφάλι του επί πινάκι, σερβιρισμένο με μήλα, ενώ στην δεύτερη, την κυρα-Ειρήνη δεμένη σε μια τάβλα χειροπόδαρα, να περιμένει ν' αρχίσει ο πόλεμος - έτοιμη για τον χασάπη, ώστε να την εκτελέσουν στα έξι μέτρα.

Μετά απ' όλα αυτά πως είναι δυνατόν να βγει κανείς κανονικός άνθρωπος?

Εβίβα!

Στην υγεία του Κέρτ Κομπέιν

(ρετσίνα ον δε ροκς - γι' αυτούς που ξέρουν να νερώνουν το κρασί τους)